Δοκίμασε να πεις δυνατά τρεις μικρές φράσεις: «Έγραφα ένα γράμμα». «Έγραψα ένα γράμμα». «Έχω γράψει ένα γράμμα». Μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, έτσι δεν είναι; Και στις τρεις υπάρχει το ίδιο πρόσωπο, σχεδόν η ίδια πράξη και το ίδιο αντικείμενο. Κι όμως, αν τις ακούσεις λίγο πιο προσεκτικά, θα καταλάβεις ότι δεν σου αφηγούνται ακριβώς το ίδιο γεγονός. Η γλώσσα δεν σου λέει μόνο πότε συνέβη κάτι. Σου δείχνει και πώς θέλεις να το κοιτάξεις . Όταν λες «έγραφα», είναι σαν να ανοίγεις ένα παράθυρο και να αφήνεις τον άλλον να σε δει μέσα στην πράξη. «Έγραφα όταν χτύπησε το τηλέφωνο». Δεν σε ενδιαφέρει ακόμη αν το γράμμα τελείωσε. Βλέπεις τη δράση καθώς εξελίσσεται. Μπορεί ακόμη να δηλώνεις κάτι που επαναλαμβανόταν: «Κάθε βράδυ έγραφα στο ημερολόγιό μου». Στάσου για λίγο εδώ. Αν έλεγες «κάθε βράδυ έγραψα στο ημερολόγιό μου», θα ένιωθες το ίδιο; Μάλλον όχι. Το «έγραφα» δημιουργεί διάρκεια, επανάληψη, έναν ρυθμό που απλώνεται στον χρόνο. Τώρα πες: «Έγραψα το γράμμα». Ξαφνικά η εικόνα αλλάζει. ...