Κάποιες λέξεις δείχνουν ακριβώς αυτό που βλέπουμε. Άλλες ανοίγουν έναν δεύτερο δρόμο. Μιλούν για κάτι απλό, αλλά μας οδηγούν σε κάτι βαθύτερο. Όταν λέμε «το ποτήρι έσπασε» , μιλάμε κυριολεκτικά. Ένα αντικείμενο έπεσε, ράγισε, κομματιάστηκε. Όταν λέμε όμως «έσπασε η καρδιά του» , δεν εννοούμε ότι η καρδιά έγινε κομμάτια όπως το γυαλί. Εννοούμε ότι ο άνθρωπος πόνεσε βαθιά, πληγώθηκε, ένιωσε μια εσωτερική ρήξη. Η γλώσσα, λοιπόν, δεν περιγράφει μόνο τον κόσμο. Τον ερμηνεύει. Και πολλές φορές, μέσα από τη μεταφορά, μας βοηθά να πούμε αυτό που δεν φαίνεται εύκολα με τα μάτια. 🪶 Στάση 1 — Πότε μιλάμε κυριολεκτικά; Διάβασε: «Το παιδί άνοιξε την πόρτα.» Εδώ η φράση σημαίνει ακριβώς αυτό που λέει. Υπάρχει ένα παιδί, υπάρχει μια πόρτα και υπάρχει μια πράξη: το άνοιγμα. Αυτή είναι η κυριολεξία . Η λέξη χρησιμοποιείται με την άμεση, βασική της σημασία. Παραδείγματα: «Η πόλη έχει πολλά σπίτια.» «Ο ήλιος ανέτειλε.» «Το βιβλίο βρίσκεται πάνω στο τραπέζι.» Σε αυτές τις φράσεις οι λέξεις δεν χρειάζοντα...