Δοκίμασε να πεις δύο φράσεις: «Μπορεί να έρθει.» και «Πρέπει να έρθει.» Η πράξη είναι η ίδια. Κάποιος έρχεται. Κι όμως, η πρώτη φράση αφήνει την πόρτα ανοιχτή. Η δεύτερη μοιάζει να τη στενεύει. Στην πρώτη υπάρχει πιθανότητα. Στη δεύτερη υπάρχει ανάγκη. Μόνο δύο μικρές εκφράσεις αλλάζουν και μαζί τους αλλάζει ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις αυτό που πρόκειται να συμβεί. Ξεκίνα από το «μπορεί να». Πες: «Μπορεί να βρέξει.» Τι ξέρεις πραγματικά; Όχι ότι θα βρέξει. Ξέρεις μόνο ότι η βροχή είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο. Η γλώσσα δεν σου ζητά να δεσμευτείς. Σου επιτρέπει να αφήσεις χώρο στην αβεβαιότητα. Τώρα πες: «Μπορεί να έρθεις μαζί μας.» Άκουσέ το ξανά. Εδώ το «μπορεί» δεν δηλώνει απαραίτητα πιθανότητα. Μπορεί να σημαίνει και άδεια: σου επιτρέπεται να έρθεις. Το ίδιο λοιπόν σχήμα μπορεί να σε μεταφέρει από το πιθανό στο επιτρεπτό. «Μπορεί να έχει αργήσει.» Πιθανότητα. «Μπορείς να φύγεις τώρα.» Άδεια ή δυνατότητα. «Μπορώ να σηκώσω αυτό το βάρος.» Ικανότητα. Στάσου λίγο εδώ. Μί...