Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όταν παραλείπουμε το υποκείμενο: τι λέει το ελληνικό ρήμα χωρίς να λέει το πρόσωπο;

 

Δοκίμασε να πεις μια πολύ απλή φράση:

«Πήγα στο σχολείο.»

Ποιος πήγε;

Εσύ ξέρεις αμέσως την απάντηση: εγώ.

Κι όμως, η λέξη «εγώ» δεν υπάρχει πουθενά μέσα στην πρόταση.

Πώς γίνεται αυτό;

Στα ελληνικά, το ρήμα συχνά κουβαλά ήδη μέσα στη μορφή του την πληροφορία για το πρόσωπο. Το «πήγα» δεν δηλώνει μόνο μια πράξη στο παρελθόν. Σου λέει και ποιος την έκανε. Η κατάληξή του αρκεί για να καταλάβεις ότι το υποκείμενο είναι το πρώτο πρόσωπο.

Γι’ αυτό μπορείς να πεις απλώς:

«Πήγα.»

και όχι αναγκαστικά:

«Εγώ πήγα.»

Η γλώσσα δεν χρειάζεται να επαναλάβει μια πληροφορία που έχει ήδη δώσει.

Δοκίμασε τώρα κι άλλα ρήματα:

«Γράφω.»
«Έφυγες.»
«Θα έρθουμε.»
«Περιμένουν.»

Χωρίς να εμφανίζεται κανένα «εγώ», «εσύ», «εμείς» ή «αυτοί», καταλαβαίνεις ποιος δρα.

Το ρήμα έχει ήδη αφήσει τα ίχνη του προσώπου πάνω στην πρόταση.

Αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας: το υποκείμενο μπορεί συχνά να μην εκφράζεται ρητά, επειδή η μορφή του ρήματος δίνει αρκετές πληροφορίες για να το αναγνωρίσεις.

Αλλά τότε γεννιέται μια ενδιαφέρουσα ερώτηση.

Αφού το «εγώ» δεν είναι απαραίτητο, γιατί μερικές φορές το χρησιμοποιούμε;

Πες πρώτα:

«Πήγα στο θέατρο.»

Και τώρα:

«Εγώ πήγα στο θέατρο.»

Νιώθεις τη διαφορά;

Στη δεύτερη φράση δεν πρόσθεσες απλώς μια αντωνυμία. Πρόσθεσες έμφαση.

Σαν να λες:

«Εγώ πήγα — ίσως όχι κάποιος άλλος.»

Το «εγώ» εμφανίζεται επειδή τώρα χρειάζεται να ξεχωρίσεις τον εαυτό σου από κάποιο άλλο πρόσωπο.

Φαντάσου έναν διάλογο:

«Ποιος τηλεφώνησε στη Μαρία;»

«Τηλεφώνησα.»

Η απάντηση είναι απολύτως φυσική.

Αλλά αν κάποιος πει:

«Ο Γιάννης της τηλεφώνησε.»

κι εσύ θέλεις να τον διορθώσεις, μπορείς να απαντήσεις:

«Όχι. Εγώ της τηλεφώνησα.»

Τώρα το «εγώ» είναι απαραίτητο για το νόημα που θέλεις να τονίσεις.

Δεν πληροφορεί απλώς ποιος έκανε την πράξη.

Δημιουργεί αντίθεση.

Εγώ — όχι ο Γιάννης.

Δοκίμασε ένα ακόμη ζευγάρι:

«Θα το κάνω.»

«Εγώ θα το κάνω.»

Η πρώτη πρόταση μοιάζει με μια απλή δήλωση πρόθεσης.

Η δεύτερη μπορεί να ακούγεται σαν ανάληψη ευθύνης:

«Μην ανησυχείς. Εγώ θα το κάνω.»

Μπορεί ακόμη να σημαίνει:

«Όχι εσύ. Εγώ.»

Βλέπεις λοιπόν τι συμβαίνει;

Όταν το υποκείμενο δεν είναι απαραίτητο γραμματικά, η παρουσία του αποκτά συχνά μεγαλύτερη σημασία.

Η λέξη «εγώ» δεν βρίσκεται εκεί επειδή τη χρειάζεται το ρήμα.

Βρίσκεται εκεί επειδή τη χρειάζεται το μήνυμα.

Και το ίδιο συμβαίνει με τα υπόλοιπα πρόσωπα.

Πες:

«Ήρθες νωρίς.»

Και μετά:

«Εσύ ήρθες νωρίς.»

Η δεύτερη φράση μπορεί να σημαίνει έκπληξη:

«Εσύ ήρθες νωρίς;»

Ή αντίθεση:

«Εσύ ήρθες νωρίς, οι άλλοι όμως άργησαν.»

Η αντωνυμία μετατρέπεται σε μικρό προβολέα. Φωτίζει το πρόσωπο που θέλεις να ξεχωρίσεις.

Σκέψου τώρα:

«Θα αποφασίσουμε αύριο.»

Ποιος θα αποφασίσει;

Εμείς.

Αλλά πες:

«Εμείς θα αποφασίσουμε.»

Τώρα η φράση αποκτά διαφορετικό βάρος.

Μπορεί να δηλώνει όριο:

«Εμείς θα αποφασίσουμε, όχι κάποιος άλλος.»

Μπορεί να δηλώνει συλλογική ταυτότητα:

«Εμείς θα το αντιμετωπίσουμε μαζί.»

Μπορεί ακόμη να δηλώνει εξουσία.

Η ίδια αντωνυμία μπορεί να αλλάξει τη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους ανάλογα με το πού και γιατί εμφανίζεται.

Εδώ η γραμματική συναντά ξανά το νόημα.

Το υποκείμενο μπορεί να είναι κρυμμένο μέσα στο ρήμα, αλλά όταν αποφασίζεις να το φέρεις στην επιφάνεια, κάτι θέλεις να κάνεις με αυτό: να τονίσεις, να συγκρίνεις, να διορθώσεις, να ξεχωρίσεις, να αντιπαραθέσεις.

Κάνε ένα μικρό παιχνίδι.

Πες:

«Ξέρω.»

Τώρα:

«Εγώ ξέρω.»

Και ύστερα:

«Εγώ ξέρω, εσύ δεν ξέρεις.»

Παρατήρησε πώς το «εγώ» γίνεται όλο και πιο βαρύ όσο αυξάνεται η αντίθεση.

Η πληροφορία του προσώπου υπήρχε ήδη μέσα στο «ξέρω».

Αυτό που προστέθηκε δεν ήταν πληροφορία.

Ήταν εστίαση.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά αυτού του φαινομένου.

Η απουσία μιας λέξης δεν σημαίνει πάντα απουσία νοήματος.

Μερικές φορές το νόημα βρίσκεται ήδη αλλού.

Μέσα στην κατάληξη του ρήματος.

Μέσα στα συμφραζόμενα.

Μέσα στη σχέση ανάμεσα στους συνομιλητές.

Και όταν τελικά εμφανίζεται η αντωνυμία, εμφανίζεται επειδή θέλεις να αλλάξεις το κέντρο της προσοχής.

Την επόμενη φορά που θα πεις «πήγα», «είπα», «θα έρθω» ή «ξέρουμε», αναρωτήσου:

Χρειάζεται πραγματικά να πω ποιος;

Και αν βάλω το «εγώ», το «εσύ» ή το «εμείς», τι αλλάζει;

Δίνω έμφαση;

Δημιουργώ αντίθεση;

Διορθώνω κάποιον;

Αναλαμβάνω ευθύνη;

Ξεχωρίζω ένα πρόσωπο από τα υπόλοιπα;

Ίσως τότε παρατηρήσεις κάτι πολύ χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας:

Μπορεί να μην λέει πάντα φανερά το υποκείμενο.

Αλλά το πρόσωπο βρίσκεται ήδη μέσα στο ρήμα.

Και όταν αποφασίζεις να το ονομάσεις, δεν το κάνεις απλώς για να πεις ποιος είναι.

Το κάνεις για να του δώσεις θέση στο προσκήνιο.