Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

«Μπορεί να…» και «πρέπει να…»: η γλώσσα της δυνατότητας και της αναγκαιότητας

 

Δοκίμασε να πεις δύο φράσεις: «Μπορεί να έρθει.» και «Πρέπει να έρθει.» Η πράξη είναι η ίδια. Κάποιος έρχεται. Κι όμως, η πρώτη φράση αφήνει την πόρτα ανοιχτή. Η δεύτερη μοιάζει να τη στενεύει. Στην πρώτη υπάρχει πιθανότητα. Στη δεύτερη υπάρχει ανάγκη. Μόνο δύο μικρές εκφράσεις αλλάζουν και μαζί τους αλλάζει ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις αυτό που πρόκειται να συμβεί.

Ξεκίνα από το «μπορεί να». Πες: «Μπορεί να βρέξει.» Τι ξέρεις πραγματικά; Όχι ότι θα βρέξει. Ξέρεις μόνο ότι η βροχή είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο. Η γλώσσα δεν σου ζητά να δεσμευτείς. Σου επιτρέπει να αφήσεις χώρο στην αβεβαιότητα.

Τώρα πες: «Μπορεί να έρθεις μαζί μας.» Άκουσέ το ξανά. Εδώ το «μπορεί» δεν δηλώνει απαραίτητα πιθανότητα. Μπορεί να σημαίνει και άδεια: σου επιτρέπεται να έρθεις.

Το ίδιο λοιπόν σχήμα μπορεί να σε μεταφέρει από το πιθανό στο επιτρεπτό.

«Μπορεί να έχει αργήσει.»
Πιθανότητα.

«Μπορείς να φύγεις τώρα.»
Άδεια ή δυνατότητα.

«Μπορώ να σηκώσω αυτό το βάρος.»
Ικανότητα.

Στάσου λίγο εδώ. Μία μόνο λέξη, το «μπορώ», ανοίγει διαφορετικούς δρόμους. Άλλοτε μιλάς για αυτό που είναι πιθανό, άλλοτε για αυτό που σου επιτρέπεται και άλλοτε για αυτό που είσαι ικανός να κάνεις. Η γλώσσα σε αναγκάζει να παρατηρήσεις κάτι που στην καθημερινότητα συχνά θεωρείς αυτονόητο: το «δυνατό» δεν σημαίνει πάντα το ίδιο.

Πέρασε τώρα στο «πρέπει να».

Πες: «Πρέπει να φύγω.» Τι ακούς; Ίσως μια υποχρέωση. Ίσως μια ανάγκη. Ίσως έναν κανόνα. Κάτι σε σπρώχνει προς την πράξη.

Αλλά ποιος σε σπρώχνει;

Αυτό είναι το ενδιαφέρον.

Μπορεί να είναι η πραγματικότητα: «Πρέπει να φύγω τώρα, γιατί κλείνει το τελευταίο τρένο.»

Μπορεί να είναι ένας κανόνας: «Πρέπει να φοράς ζώνη ασφαλείας.»

Μπορεί να είναι μια κοινωνική προσδοκία: «Πρέπει να απαντήσω ευγενικά.»

Μπορεί ακόμη να είναι η δική σου εσωτερική φωνή: «Πρέπει να προσπαθήσω ξανά.»

Το «πρέπει» μοιάζει μικρό, αλλά μπορεί να κουβαλά πίσω του έναν ολόκληρο κόσμο κανόνων, αξιών, πιέσεων και αποφάσεων.

Κάνε τώρα ένα μικρό πείραμα.

Πες: «Μπορεί να φύγει.»
Και μετά: «Πρέπει να φύγει.»

Στην πρώτη πρόταση η αποχώρηση είναι ένα ενδεχόμενο. Στη δεύτερη γίνεται σχεδόν αναγκαία.

Τώρα πρόσθεσε μία ακόμη φράση: «Θέλει να φύγει.»

Ξαφνικά εμφανίζεται κάτι διαφορετικό: η επιθυμία.

Έχεις τώρα τρεις διαφορετικές σχέσεις με την ίδια πράξη:

«Μπορεί να φύγει.» — Είναι δυνατό ή πιθανό.
«Πρέπει να φύγει.» — Είναι αναγκαίο.
«Θέλει να φύγει.» — Είναι επιθυμητό για το ίδιο το πρόσωπο.

Και εδώ η γλώσσα αρχίζει να μοιάζει σχεδόν με χάρτη της ανθρώπινης δράσης. Σε βοηθά να ξεχωρίσεις αυτό που μπορεί να συμβεί από αυτό που χρειάζεται να συμβεί και από αυτό που κάποιος θέλει να συμβεί.

Σκέψου τώρα κάτι ακόμη πιο λεπτό.

«Μπορείς να μιλήσεις.»
«Πρέπει να μιλήσεις.»
«Θέλεις να μιλήσεις;»

Στην πρώτη φράση μπορεί να σου δίνεται η δυνατότητα ή η άδεια. Στη δεύτερη εμφανίζεται μια υποχρέωση. Στην τρίτη η γλώσσα στρέφεται προς τη δική σου επιθυμία.

Ποια από τις τρεις σου αφήνει περισσότερο χώρο;

Και ποια σου αφήνει λιγότερο;

Η ερώτηση δεν είναι μόνο γραμματική. Είναι και φιλοσοφική. Γιατί κάθε φορά που λες «μπορείς», «πρέπει» ή «θέλεις», τοποθετείς τον άνθρωπο διαφορετικά απέναντι στην πράξη. Άλλοτε ως κάποιον που έχει επιλογές, άλλοτε ως κάποιον που δεσμεύεται από μια ανάγκη και άλλοτε ως κάποιον που επιθυμεί.

Και υπάρχει ακόμη μία παγίδα που αξίζει να προσέξεις.

Δεν είναι κάθε «πρέπει» πραγματική αναγκαιότητα.

Πόσες φορές λες μέσα στη μέρα: «Πρέπει να είμαι τέλειος», «Πρέπει να αρέσω σε όλους», «Πρέπει να τα προλάβω όλα»;

Ρώτησε τον εαυτό σου: Είναι πράγματι αναγκαίο; Ή μήπως η γλώσσα μετατρέπει μια προσδοκία, μια συνήθεια ή έναν φόβο σε υποχρέωση;

Δοκίμασε να αλλάξεις τη φράση.

Από το «Πρέπει να τα κάνω όλα σωστά» πήγαινε στο «Θέλω να τα κάνω όσο καλύτερα μπορώ».

Νιώθεις τη διαφορά;

Η εξωτερική ή εσωτερική επιταγή μετατρέπεται σε επιθυμία και επιλογή. Η πραγματικότητα μπορεί να μην έχει αλλάξει, αλλά η σχέση σου μαζί της αλλάζει.

Το ίδιο συμβαίνει και με το «μπορεί».

«Δεν μπορώ να το κάνω» και «Μπορεί να μην το καταφέρω» δεν είναι το ίδιο. Στην πρώτη φράση κλείνεις σχεδόν οριστικά μια δυνατότητα. Στη δεύτερη αφήνεις χώρο και για την αποτυχία και για την επιτυχία.

Μερικές φορές, λοιπόν, η γλώσσα δεν αποκαλύπτει μόνο τι σκέφτεσαι. Μπορεί και να επηρεάζει τα όρια μέσα στα οποία σκέφτεσαι.

Την επόμενη φορά που θα ακούσεις ένα «μπορεί», ένα «πρέπει» ή ένα «θέλω», μη βιαστείς να τα προσπεράσεις. Ρώτησε:

Μιλάμε για πιθανότητα ή για άδεια;
Για ικανότητα ή για επιλογή;
Για πραγματική ανάγκη ή για έναν κανόνα που έχουμε μάθει να θεωρούμε αναγκαίο;
Για αυτό που πρέπει να γίνει ή για αυτό που κάποιος πραγματικά επιθυμεί;

Ίσως τότε ανακαλύψεις ότι αυτές οι μικρές εκφράσεις δεν οργανώνουν μόνο τις προτάσεις μας.

Οργανώνουν και έναν πολύ μεγαλύτερο χάρτη:

τι μπορεί να γίνει,
τι επιτρέπεται να γίνει,
τι χρειάζεται να γίνει
και τι τελικά επιλέγουμε να θέλουμε.