Δοκίμασε να πεις δύο φράσεις: «Ένας άνθρωπος στεκόταν έξω από την πόρτα.» και «Ο άνθρωπος στεκόταν έξω από την πόρτα.» Η διαφορά μοιάζει μικρή. Άλλαξε μόνο μία λέξη. Κι όμως, ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τη σκηνή αλλάζει αμέσως.
Στην πρώτη φράση εμφανίζεται κάποιος για πρώτη φορά μπροστά σου. Δεν ξέρεις ακόμη ποιος είναι. Είναι ένας άνθρωπος, κάποιος από τους πολλούς πιθανούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να βρίσκονται εκεί. Στη δεύτερη όμως κάτι έχει ήδη αλλάξει. Όταν ακούς «ο άνθρωπος», περιμένεις σχεδόν αυθόρμητα να ξέρεις για ποιον μιλάμε. Κάπου πριν πρέπει να τον έχουμε γνωρίσει — μέσα στη συζήτηση, μέσα στην ιστορία ή μέσα στην κοινή μας εμπειρία.
Φαντάσου τώρα ότι ξεκινάς μια μικρή αφήγηση:
«Ένα παιδί βρήκε ένα κουτί στον δρόμο. Το παιδί άνοιξε το κουτί.»
Παρατήρησέ το. Στην πρώτη πρόταση εμφανίζονται για πρώτη φορά ένα παιδί και ένα κουτί. Δεν τα γνωρίζεις ακόμη. Στη δεύτερη όμως λες το παιδί και το κουτί. Γιατί; Επειδή τώρα έχουν αποκτήσει θέση μέσα στην ιστορία σου. Δεν είναι πια οποιοδήποτε παιδί και οποιοδήποτε κουτί. Είναι εκείνα που μόλις γνώρισες.
Δοκίμασε να αλλάξεις τη δεύτερη πρόταση: «Ένα παιδί άνοιξε ένα κουτί.» Τι συνέβη; Σχεδόν νιώθεις ότι εμφανίζονται δύο καινούργια πράγματα. Μπορεί να μην είναι ούτε το ίδιο παιδί ούτε το ίδιο κουτί. Με μία τόσο μικρή επιλογή η αφήγηση αλλάζει κατεύθυνση.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές λειτουργίες του αορίστου και του οριστικού άρθρου. Το αόριστο άρθρο — «ένας, μία, ένα» — μπορεί να εισαγάγει κάτι που δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί για τον συνομιλητή σου. Το οριστικό άρθρο — «ο, η, το» — σε βοηθά να δείξεις ότι μιλάς για κάτι συγκεκριμένο, αναγνωρίσιμο ή ήδη διαθέσιμο στην κοινή γνώση της συνομιλίας.
Μην το δεις όμως σαν έναν μηχανικό κανόνα του τύπου «πρώτη φορά αόριστο, δεύτερη φορά οριστικό». Η γλώσσα είναι πιο ενδιαφέρουσα από αυτό.
Πες για παράδειγμα: «Κλείσε την πόρτα.» Δεν χρειάζεται να έχεις αναφέρει προηγουμένως καμία πόρτα. Γιατί λες «την» και όχι «μια»; Επειδή εσύ και ο άλλος βρίσκεστε σε έναν χώρο όπου μπορείτε να καταλάβετε ποια πόρτα εννοείς. Η γνώση δεν προέρχεται από την προηγούμενη πρόταση. Προέρχεται από την κοινή κατάσταση.
Τώρα φαντάσου ότι λες: «Άνοιξε ένα παράθυρο.» Εδώ δεν σε ενδιαφέρει απαραίτητα ποιο. Οποιοδήποτε από τα διαθέσιμα παράθυρα μπορεί να εξυπηρετήσει τον σκοπό σου. Αν όμως πεις «Άνοιξε το παράθυρο», υποθέτεις ότι ο άλλος μπορεί να αναγνωρίσει ποιο εννοείς.
Σκέψου λίγο τι συμβαίνει. Το άρθρο δεν περιγράφει μόνο το αντικείμενο. Περιγράφει και τη σχέση γνώσης ανάμεσα σε εσένα και στον συνομιλητή σου.
Με το «ένα» μπορεί να λες: Σου παρουσιάζω τώρα κάτι.
Με το «το» μπορεί να λες: Ξέρεις για ποιο πράγμα μιλάω.
Και αυτή η μικρή διαφορά κάνει το άρθρο πολύ περισσότερο από ένα γραμματικό εξάρτημα.
Δοκίμασε τώρα ένα άλλο παράδειγμα: «Ψάχνω έναν γιατρό.» Τι καταλαβαίνεις; Πιθανότατα ότι χρειάζεσαι κάποιον γιατρό, χωρίς να έχει σημασία ακόμη ποιος συγκεκριμένα. Πες όμως: «Ψάχνω τον γιατρό.» Τώρα υπάρχει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος στο μυαλό σου. Ίσως είναι ο γιατρός που σε εξέτασε, ο γιατρός του νοσοκομείου ή κάποιος για τον οποίο μιλούσατε ήδη.
Μόλις άλλαξες το άρθρο και πέρασες από μια κατηγορία ανθρώπων σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο όμορφο. Το οριστικό άρθρο δεν χρησιμοποιείται μόνο για κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί να σε βοηθήσει να μιλήσεις και για μια ολόκληρη κατηγορία.
Πες: «Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον.» Δεν μιλάς για κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σου. Ο «άνθρωπος» εδώ εκπροσωπεί το ανθρώπινο είδος συνολικά. Το ίδιο μπορείς να ακούσεις σε φράσεις όπως «Η γλώσσα αλλάζει», «Το παιδί χρειάζεται ασφάλεια», «Ο πολίτης έχει δικαιώματα». Το άρθρο παίρνει μία έννοια και την παρουσιάζει σαν κατηγορία για την οποία μπορείς να μιλήσεις γενικά.
Τώρα σύγκρινε: «Ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου.» Εδώ δεν μιλάς για ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Μιλάς για έναν απροσδιόριστο άνθρωπο, έναν πιθανό άνθρωπο ανάμεσα σε πολλούς. Το «ένας» ανοίγει το πεδίο. Το «ο» μπορεί να το κλείσει, να το προσδιορίσει ή ακόμη και να το μετατρέψει σε γενική έννοια.
Κάνε ένα ακόμη μικρό πείραμα.
Πες: «Μπήκε μια γυναίκα στο δωμάτιο.»
Τι περιμένεις να ακούσεις μετά;
Ίσως: «Η γυναίκα κρατούσε έναν φάκελο.»
Και μετά;
«Άνοιξε τον φάκελο.»
Παρατήρησε πώς η γλώσσα δημιουργεί σταδιακά έναν μικρό κόσμο. Πρώτα εισάγει πρόσωπα και αντικείμενα. Έπειτα τα μετατρέπει σε κοινές αναφορές. Από τη στιγμή που εμφανίστηκαν, εσύ και ο αναγνώστης μπορείτε να τα αναγνωρίζετε μαζί.
Αυτός είναι και ένας λόγος που τα άρθρα είναι τόσο σημαντικά στην αφήγηση. Σε βοηθούν να καθοδηγείς τον αναγνώστη: Τι γνωρίζει ήδη; Τι μαθαίνει τώρα; Τι πρέπει να αναγνωρίσει;
Και εδώ αξίζει μια μικρή παρατήρηση για το «ένας». Μερικές φορές λειτουργεί ως αόριστο άρθρο — «είδα έναν άνθρωπο» — και άλλες φορές διατηρεί έντονα την αριθμητική του σημασία: «Ήρθε ένας άνθρωπος, όχι δύο.» Η ίδια μορφή μπορεί λοιπόν να τονίζει είτε την αοριστία είτε τον αριθμό, ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Βλέπεις τώρα γιατί το άρθρο δεν είναι διακοσμητικό;
Όταν λες «ένας άνθρωπος», μπορεί να ανοίγεις για πρώτη φορά μια πόρτα και να συστήνεις κάποιον στον συνομιλητή σου.
Όταν λες «ο άνθρωπος», μπορεί να δείχνεις κάποιον που και οι δύο μπορείτε ήδη να αναγνωρίσετε.
Και όταν λες «ο άνθρωπος» με γενική σημασία, μπορεί να μην δείχνεις καν ένα πρόσωπο αλλά μια ολόκληρη ιδέα.
Την επόμενη φορά που θα διαβάσεις μια ιστορία, κάνε ένα μικρό παιχνίδι. Παρατήρησε πότε εμφανίζεται το «ένας» και πότε μετατρέπεται σε «ο». Ρώτησε τον εαυτό σου: Τι ξέρω ήδη; Τι μου παρουσιάζεται τώρα; Τι θεωρεί ο συγγραφέας ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε μαζί;
Ίσως τότε αρχίσεις να βλέπεις κάτι που συνήθως περνά απαρατήρητο:
Το άρθρο δεν σου λέει μόνο ποιο ουσιαστικό ακολουθεί.
Σου λέει και τι γνωρίζει ο συνομιλητής σου — ή τι περιμένεις εσύ να γνωρίζει.
