Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

«Να», «θα», «ας»: τρεις μικρές λέξεις που αλλάζουν ολόκληρο τον κόσμο της πρότασης

 

Δοκίμασε κάτι απλό. Πες: «Να φύγω.» Μετά: «Θα φύγω.» Και ύστερα: «Ας φύγω.» Το ρήμα παραμένει το ίδιο. Εσύ παραμένεις το ίδιο πρόσωπο. Η πράξη είναι πάντα η αποχώρηση. Κι όμως, κάθε φορά βρίσκεσαι σε έναν διαφορετικό κόσμο. Στην πρώτη φράση μπορεί να σκέφτεσαι, να επιθυμείς ή να ζητάς άδεια. Στη δεύτερη μοιάζεις να κοιτάζεις προς κάτι που πρόκειται να συμβεί. Στην τρίτη παίρνεις σχεδόν μια απόφαση ή δίνεις στον εαυτό σου μια μικρή προτροπή. Πώς μπορούν τρεις τόσο μικρές λέξεις να κάνουν τόσο μεγάλη διαφορά;

Ξεκίνα από το «να». Πες: «Θέλω να φύγω». «Μπορώ να φύγω;» «Να φύγω τώρα;» «Πρέπει να φύγω». Παρατήρησε ότι το «να» δεν σου λέει απλώς πότε θα γίνει κάτι. Ανοίγει έναν χώρο στον οποίο η πράξη δεν παρουσιάζεται ως απλό γεγονός. Μπορεί να είναι επιθυμία, δυνατότητα, ανάγκη, ενδεχόμενο, πρόθεση. Δεν λες ότι φεύγεις. Μιλάς για την πράξη σαν κάτι που θέλεις, σκέφτεσαι, μπορείς ή χρειάζεται να κάνεις.

Κάνε τώρα μια μικρή δοκιμή. Πες: «Έρχεται.» Και μετά: «Να έρθει.» Νιώθεις τη διαφορά; Στην πρώτη περίπτωση παρουσιάζεις κάτι σαν πραγματικότητα. Στη δεύτερη ανοίγεις μια δυνατότητα: μπορεί να είναι επιθυμία — «θέλω να έρθει» —, απαίτηση — «πρέπει να έρθει» — ή ακόμη και ευχή — «μακάρι να έρθει». Το ίδιο ρήμα δεν άλλαξε μόνο μορφή. Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο τοποθετείς το γεγονός απέναντι στην πραγματικότητα.

Πέρασε τώρα στο «θα». «Θα φύγω». Εδώ η γλώσσα σε στρέφει προς κάτι που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη. Μπορεί να είναι σχέδιο, πρόβλεψη, υπόσχεση ή βεβαιότητα. «Αύριο θα ταξιδέψω». «Θα σε βοηθήσω». «Θα βρέξει». Και στις τρεις περιπτώσεις κοιτάζεις μπροστά, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Στην πρώτη οργανώνεις το μέλλον σου. Στη δεύτερη δεσμεύεσαι απέναντι σε κάποιον. Στην τρίτη κάνεις μια πρόβλεψη. Το «θα» λοιπόν δεν δημιουργεί απλώς έναν μελλοντικό χρόνο· σε βοηθά να τοποθετήσεις μια πράξη στον ορίζοντα του πιθανού ή του αναμενόμενου.

Τώρα σύγκρινε: «Να σου τηλεφωνήσω αύριο;» και «Θα σου τηλεφωνήσω αύριο.» Μια μικρή αλλαγή, αλλά τι συνέβη; Στην πρώτη πρόταση αφήνεις χώρο στον άλλον. Ρωτάς, προτείνεις, περιμένεις αντίδραση. Στη δεύτερη ανακοινώνεις μια πρόθεση ή μια απόφαση. Η γραμματική άλλαξε και μαζί της άλλαξε η σχέση ανάμεσα σε εσένα και στον συνομιλητή σου.

Και έπειτα έρχεται το «ας». Πες: «Ας φύγουμε». Ξαφνικά η γλώσσα μοιάζει να σε καλεί σε κίνηση. Δεν δηλώνεις απλώς κάτι και δεν το επιθυμείς μόνο. Προτείνεις να γίνει. «Ας δοκιμάσουμε ξανά». «Ας περιμένουμε λίγο». «Ας το σκεφτούμε». Το «ας» έχει κάτι ιδιαίτερο: μπορεί να λειτουργήσει σαν ήπια προτροπή, σαν πρόταση, ακόμη και σαν αποδοχή μιας κατάστασης.

Δοκίμασε να αλλάξεις μόνο αυτή τη μικρή λέξη: «Να προσπαθήσουμε» – «Θα προσπαθήσουμε» – «Ας προσπαθήσουμε». Στην πρώτη φράση μπορεί να υπάρχει σκέψη ή ανάγκη. Στη δεύτερη υπάρχει δήλωση για το μέλλον. Στην τρίτη υπάρχει πρόσκληση: έλα, κάνουμε κάτι μαζί. Τρεις φράσεις, ένα ρήμα, τρεις διαφορετικές στάσεις απέναντι στην ίδια πράξη.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Το «ας» δεν σημαίνει πάντοτε ότι ξεκινάς κάτι. Μπορεί να σημαίνει ότι αποδέχεσαι κάτι: «Ας είναι». «Ας γίνει όπως θέλει». «Ας περιμένουμε να δούμε». Εδώ η μικρή αυτή λέξη μεταφέρει μια ολόκληρη στάση απέναντι στην πραγματικότητα: δεν ελέγχεις τα πάντα, αλλά αποφασίζεις πώς θα σταθείς απέναντί τους.

Τώρα φαντάσου ότι περιμένεις μια απάντηση για κάτι σημαντικό. Λες: «Να τηλεφωνήσω;» Σκέφτεσαι μια πιθανή κίνηση. «Θα τηλεφωνήσω.» Παίρνεις την απόφαση και την τοποθετείς μπροστά σου. «Ας τηλεφωνήσω.» Είναι σαν να δίνεις την τελική μικρή ώθηση στον εαυτό σου: εντάξει, κάν’ το. Η πραγματικότητα γύρω σου δεν άλλαξε. Άλλαξε η θέση σου απέναντι στην πράξη.

Αυτό ακριβώς κάνει τη γλώσσα τόσο ενδιαφέρουσα. Δεν περιγράφει μόνο τι συμβαίνει. Μπορεί να δείξει τι επιθυμείς, τι θεωρείς πιθανό, τι αποφασίζεις, τι προτείνεις, τι αποδέχεσαι. Και μερικές φορές χρειάζεται γι’ αυτό μόνο δύο ή τρία γράμματα.

Την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιήσεις ένα «να», ένα «θα» ή ένα «ας», κάνε μια μικρή παύση και άκουσε την πρότασή σου. Παρουσιάζεις μια δυνατότητα; Κοιτάζεις προς το μέλλον; Προτείνεις μια πράξη; Παίρνεις μια απόφαση; Ίσως τότε αντιληφθείς ότι οι μικρότερες λέξεις μιας γλώσσας δεν είναι καθόλου μικρές ως προς το νόημά τους.

Γιατί άλλο είναι να πεις «να το κάνω», άλλο «θα το κάνω» και άλλο «ας το κάνω».

Το ρήμα μπορεί να παραμένει το ίδιο.
Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο εσύ στέκεσαι απέναντι σε αυτό που πρόκειται να γίνει.