Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το σπίτι ως φορέας μνήμης Οικογενειακές ιστορίες, αντικείμενα και διαγενεακή συνέχεια

 

Ένα σπίτι δεν αποτελεί μόνο έναν χώρο κατοίκησης. Είναι ένας τόπος στον οποίο συσσωρεύονται εμπειρίες, σχέσεις, συνήθειες και αφηγήσεις. Οι χώροι του συνδέονται με πρόσωπα και γεγονότα, ενώ ακόμη και μετά την αποχώρηση των ανθρώπων που έζησαν εκεί, εξακολουθούν να διατηρούν ίχνη της παρουσίας τους. Με αυτή την έννοια, το σπίτι μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας οικογενειακής και κοινωνικής μνήμης.

Η οικογενειακή μνήμη

Η οικογενειακή μνήμη δεν είναι απλώς ένα σύνολο ατομικών αναμνήσεων. Διαμορφώνεται μέσα από τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, τις κοινές εμπειρίες και τις ιστορίες που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά. Ο Halbwachs (1992) υποστήριξε ότι η μνήμη συγκροτείται πάντοτε μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Οι άνθρωποι θυμούνται το παρελθόν τους μέσα από τις ομάδες στις οποίες ανήκουν και μέσα από τις αφηγήσεις που οι ομάδες αυτές διατηρούν.

Το σπίτι αποτελεί ένα από τα βασικότερα πλαίσια συγκρότησης της οικογενειακής μνήμης. Ένα δωμάτιο, μια αυλή, μια κουζίνα ή ένα τραπέζι μπορεί να συνδέεται με καθημερινές στιγμές, οικογενειακές συναντήσεις, γιορτές, απώλειες και αλλαγές. Η σημασία αυτών των χώρων δεν προέρχεται αναγκαστικά από την αρχιτεκτονική τους ιδιαιτερότητα, αλλά από τις εμπειρίες και τα νοήματα που έχουν συνδεθεί με αυτούς.

Τα αντικείμενα που αφηγούνται

Μέσα στο σπίτι, τα καθημερινά αντικείμενα μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία ενεργοποίησης της μνήμης. Μια παλιά φωτογραφία, ένα οικογενειακό έπιπλο, ένα βιβλίο με χειρόγραφες σημειώσεις, ένα κέντημα, ένα εργαλείο ή μια συνταγή δεν έχουν μόνο πρακτική ή αισθητική αξία. Συνδέονται με ανθρώπους, περιστάσεις και τρόπους ζωής.

Η υλική παρουσία ενός αντικειμένου μπορεί να προκαλέσει την ανάκληση ιστοριών που διαφορετικά ίσως παρέμεναν ξεχασμένες. Για τον λόγο αυτό, τα αντικείμενα μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για συζητήσεις, συνεντεύξεις και καταγραφή οικογενειακών εμπειριών (Wilton, 2008). Δεν «μιλούν» από μόνα τους· αποκτούν νόημα μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων που τα χρησιμοποίησαν, τα διατήρησαν ή τα κληρονόμησαν.

Η σύνδεση της μνήμης με συγκεκριμένους χώρους, εικόνες και αντικείμενα σχετίζεται και με την έννοια των «τόπων μνήμης» του Nora (1989). Ένας τόπος μνήμης δεν χρειάζεται να είναι ένα επίσημο μνημείο. Μπορεί να είναι οποιοδήποτε υλικό ή συμβολικό σημείο γύρω από το οποίο μια ομάδα οργανώνει και διατηρεί τις αναμνήσεις της.

Η σημασία της προφορικής ιστορίας

Οι ιστορίες ενός σπιτιού δεν καταγράφονται πάντοτε σε έγγραφα και αρχεία. Συχνά μεταδίδονται προφορικά: μέσα από αφηγήσεις για τους ανθρώπους που έζησαν εκεί, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, για τις καθημερινές τους συνήθειες και για τις αλλαγές που συνέβησαν στην οικογένεια ή στη γειτονιά.

Η προφορική ιστορία δεν διασώζει μόνο πληροφορίες για το παρελθόν. Καταγράφει και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ερμηνεύουν σήμερα όσα έζησαν. Οι αφηγήσεις περιλαμβάνουν συναισθήματα, σιωπές, διαφορετικές οπτικές και προσωπικές αξιολογήσεις των γεγονότων. Επομένως, μας βοηθούν να κατανοήσουμε όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και τι σημαίνει το γεγονός για εκείνον που το θυμάται (Portelli, 1991).

Μια συζήτηση με ένα μεγαλύτερο μέλος της οικογένειας, η καταγραφή μιας τοπικής λέξης, μιας συνταγής, ενός τραγουδιού ή μιας καθημερινής πρακτικής μπορεί να συμβάλει στη διαφύλαξη στοιχείων που διαφορετικά κινδυνεύουν να χαθούν. Η UNESCO (2003) αναγνωρίζει τις προφορικές παραδόσεις, τις κοινωνικές πρακτικές, τις γνώσεις και τις δεξιότητες ως μορφές άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς που μεταδίδονται και αναδημιουργούνται από γενιά σε γενιά.

Από την κληρονομιά στη διαγενεακή συνέχεια

Η διαγενεακή συνέχεια δεν περιορίζεται στη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός σπιτιού. Περιλαμβάνει τη μετάδοση ιστοριών, αξιών, γνώσεων και τρόπων ζωής. Όταν οι νεότερες γενιές γνωρίζουν ποιοι άνθρωποι έζησαν σε έναν χώρο, πώς χρησιμοποιούσαν τα αντικείμενά του και ποιες εμπειρίες συνδέονται με αυτόν, το σπίτι αποκτά μια βαθύτερη πολιτιστική διάσταση.

Η διατήρηση, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε αντικείμενο πρέπει να παραμείνει ανέγγιχτο ή ότι ένα σπίτι δεν μπορεί να αλλάξει χρήση. Η μνήμη δεν είναι στατική. Επιλέγεται, επανερμηνεύεται και εμπλουτίζεται από κάθε νέα γενιά. Ένα παλιό σπίτι μπορεί να δεχθεί νέες λειτουργίες και να εξυπηρετήσει σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, χωρίς να χάσει τη σύνδεσή του με το παρελθόν.

Η Σύμβαση του Faro επισημαίνει ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποκτά αξία μέσα από τα νοήματα και τις χρήσεις που της αποδίδουν οι άνθρωποι και οι κοινότητες (Council of Europe, 2005). Έτσι, ένα σπίτι μπορεί να διατηρεί τις μνήμες των προηγούμενων γενεών και, ταυτόχρονα, να αποκτά μια νέα πολιτιστική ή κοινωνική αποστολή στο παρόν.

Τελικά, η αξία ενός σπιτιού δεν βρίσκεται μόνο στην ηλικία, στην αρχιτεκτονική ή στα υλικά του. Βρίσκεται και στις ιστορίες που εξακολουθεί να φιλοξενεί. Κάθε φορά που μια αφήγηση καταγράφεται, ένα αντικείμενο αποκτά ξανά νόημα ή μια εμπειρία μεταδίδεται στους νεότερους, δημιουργείται μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον.

Βιβλιογραφία

Council of Europe. (2005). Council of Europe Framework Convention on the Value of Cultural Heritage for Society (CETS No. 199). https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list?module=treaty-detail&treatynum=199

Halbwachs, M. (1992). On collective memory (L. A. Coser, Ed. & Trans.). University of Chicago Press.

Nora, P. (1989). Between memory and history: Les lieux de mémoire. Representations, 26, 7–24. https://doi.org/10.2307/2928520

Portelli, A. (1991). The death of Luigi Trastulli and other stories: Form and meaning in oral history. State University of New York Press.

UNESCO. (2003). Convention for the safeguarding of the intangible cultural heritage. https://ich.unesco.org/en/convention

Wilton, J. (2008). Telling objects: Material culture and memory in oral history interviews. Oral History Association of Australia Journal, 30, 41–49.