Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στηρίζουμε τις αντιδράσεις του καλλιτεχνικού κόσμου: η καλλιτεχνική εκπαίδευση δεν αναβαθμίζεται δημιουργώντας νέες αδικίες

 

Οι αντιδράσεις των σπουδαστών, των αποφοίτων, των καλλιτεχνών και των επαγγελματικών φορέων απέναντι στον νόμο για την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών δικαίως συνεχίζονται. Δεν πρόκειται για μια άρνηση απέναντι σε κάθε αλλαγή ούτε για αντίδραση στην ύπαρξη πανεπιστημιακών καλλιτεχνικών σπουδών. Πρόκειται για τη διεκδίκηση μιας μεταρρύθμισης που δεν θα ακυρώνει ό,τι προϋπήρχε, δεν θα υποτιμά πολυετείς επαγγελματικές σπουδές και, κυρίως, δεν θα δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από εκείνα που υποτίθεται ότι έρχεται να επιλύσει.

Ο ν. 5291/2026 ψηφίστηκε στις 30 Μαρτίου 2026 και, μεταξύ άλλων, ιδρύει την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών, κατατάσσει τα διπλώματα των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης στο επίπεδο 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων και δημιουργεί τη νέα κατηγορία Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης για θέσεις του δημόσιου τομέα. Οι δημόσιες αντιδράσεις, ωστόσο, δεν σταμάτησαν με την ψήφιση του νόμου, καθώς απόφοιτοι και φορείς επιμένουν ότι κρίσιμα ζητήματα αναγνώρισης, επαγγελματικής συνέχειας και ισότιμης μεταχείρισης παραμένουν άλυτα.

Επαγγελματική εκπαίδευση δεν σημαίνει κατώτερη εκπαίδευση

Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η αδυναμία του νέου πλαισίου να διακρίνει καθαρά δύο διαφορετικές λειτουργίες της εκπαίδευσης: την επαγγελματική και την επιστημονική.

Στους επιστημονικούς χώρους —στα πανεπιστήμια, στα ερευνητικά κέντρα, στους επιστημονικούς οργανισμούς ή στα επιστημονικά τμήματα εταιρειών— είναι αυτονόητο ότι απαιτούνται επιστήμονες, ερευνητές και κάτοχοι αντίστοιχων πανεπιστημιακών και μεταπτυχιακών τίτλων. Εκεί το αντικείμενο είναι η παραγωγή, η τεκμηρίωση και η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης.

Στους επαγγελματικούς χώρους, όμως, η βασική απαίτηση είναι διαφορετική. Εκεί προσλαμβάνεται ο άνθρωπος που έχει εκπαιδευτεί για να ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα. Ο ηθοποιός προσλαμβάνεται για να ερμηνεύσει, ο μουσικός για να εκτελέσει και να διδάξει το αντικείμενό του, ο χορευτής για τη σωματική και καλλιτεχνική του κατάρτιση. Η επιστημονική γνώση μπορεί ασφαλώς να εμπλουτίζει την επαγγελματική ιδιότητα, δεν μπορεί όμως να αντικαθιστά αυτομάτως την ειδική επαγγελματική εκπαίδευση.

Το ίδιο ισχύει και σε φορείς εκπαίδευσης ή πολιτισμού που παρέχουν εφαρμοσμένη γνώση. Εκεί το ζητούμενο δεν είναι να προσλαμβάνονται αποκλειστικά ερευνητές, αλλά άνθρωποι που γνωρίζουν σε βάθος το επάγγελμα και μπορούν να το υπηρετήσουν και να το μεταδώσουν. Όταν η θέση έχει επιστημονικό ή ερευνητικό χαρακτήρα, απαιτεί επιστήμονα. Όταν έχει επαγγελματικό και εφαρμοσμένο χαρακτήρα, απαιτεί πρωτίστως επαγγελματία.

Αυτό δεν αποτελεί υποτίμηση του πανεπιστημίου. Αποτελεί αναγνώριση ότι η κοινωνία χρειάζεται τόσο επιστήμονες όσο και υψηλά καταρτισμένους επαγγελματίες και ότι οι δύο κατηγορίες δεν πρέπει να συγχέονται ούτε να τοποθετούνται σε μια απλουστευτική κλίμακα «ανώτερων» και «κατώτερων» ανθρώπων.

Μια προκήρυξη είναι περιγραφή εργασίας

Οι προκηρύξεις θέσεων δεν συντάσσονται για να κατατάξουν αφηρημένα όλα τα πτυχία της χώρας. Συντάσσονται για να περιγράψουν μια συγκεκριμένη εργασία και να καθορίσουν ποιος τίτλος αποδεικνύει ότι ο υποψήφιος διαθέτει την αναγκαία βασική κατάρτιση.

Αυτή τη λογική ακολουθεί μέχρι σήμερα το Υπουργείο Πολιτισμού και οι εποπτευόμενοι φορείς του. Αρχικά περιγράφεται το αντικείμενο, οι αρμοδιότητες και οι απαιτήσεις της θέσης και στη συνέχεια καθορίζονται ο βασικός τίτλος, τα πρόσθετα προσόντα, η εμπειρία και η συνάφεια.

Χαρακτηριστική είναι η επίσημη πρόσκληση του Υπουργείου Πολιτισμού για θέσεις διοίκησης στο Εθνικό Θέατρο και στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η πρόσκληση περιλαμβάνει ειδικά περιγράμματα θέσεων και συνδέει τους τίτλους σπουδών, τα μεταπτυχιακά και την εργασιακή εμπειρία με τη συνάφειά τους προς τη συγκεκριμένη θέση. Δηλαδή, δεν εξετάζει τα προσόντα αποκομμένα από την εργασία, αλλά σε σχέση με όσα πραγματικά θα κληθεί να κάνει ο υποψήφιος.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αποδοχή, σε θέσεις καλλιτεχνικού ή εφαρμοσμένου χαρακτήρα, ενός πτυχίου ΑΕΙ, ενός παλαιότερου τίτλου ΤΕΙ ή ενός διπλώματος αναγνωρισμένης Ανώτερης Καλλιτεχνικής Σχολής ως εναλλακτικού βασικού προσόντος, ανάλογα με την ειδικότητα. Από τη στιγμή που ο υποψήφιος κατέχει το βασικό προσόν της θέσης, μπορούν να αξιολογηθούν κανονικά και οι πρόσθετοι τίτλοι του, όπως ένα μεταπτυχιακό, μια δεύτερη ειδίκευση ή η επαγγελματική του εμπειρία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το δίπλωμα μιας Ανώτερης Καλλιτεχνικής Σχολής είναι ακαδημαϊκά ταυτόσημο με κάθε πτυχίο ΑΕΙ για κάθε χρήση. Σημαίνει ότι, για το Υπουργείο Πολιτισμού και για μια συγκεκριμένη επαγγελματική θέση, μπορεί να λειτουργεί ισόκυρα ως βασικό προσόν. Το Υπουργείο γνωρίζει το περιεχόμενο των σπουδών, έχει εποπτεύσει τη σχολή και έχει ελέγξει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες απονεμήθηκε ο τίτλος.

Η θεσμική εγγύηση του Υπουργείου Πολιτισμού

Μέχρι σήμερα, οι Ανώτερες Καλλιτεχνικές Σχολές λειτουργούν βάσει ειδικής νομοθεσίας και υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Στην ίδια θεσμική αλυσίδα εντάσσονται οι άδειες λειτουργίας, τα προγράμματα σπουδών, οι εξετάσεις, οι επιτροπές και οι τίτλοι των αποφοίτων.

Επομένως, όταν το Υπουργείο Πολιτισμού αποδέχεται έναν τέτοιο τίτλο στις προκηρύξεις του, δεν αποδέχεται ένα άγνωστο ή ανεξέλεγκτο πιστοποιητικό. Αποδέχεται έναν τίτλο του οποίου το ίδιο είχε την αρμοδιότητα να εποπτεύει το θεσμικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο. Με απλά λόγια, μπορούσε να εγγυηθεί ότι ο απόφοιτος είχε περάσει από μια συγκεκριμένη και αναγνωρισμένη διαδικασία επαγγελματικής κατάρτισης.

Αυτή ακριβώς η σχέση εποπτείας εξηγεί γιατί τα διπλώματα αυτά είχαν ιδιαίτερη επαγγελματική βαρύτητα στον χώρο του πολιτισμού. Όχι επειδή βαφτίστηκαν γενικά και αόριστα «πανεπιστημιακά», αλλά επειδή ο καθ’ ύλην αρμόδιος φορέας γνώριζε τι αντιπροσώπευαν και μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη της ποιότητάς τους.

Τι αλλάζει με τη μεταφορά της Διεύθυνσης Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης

Ο νέος νόμος δεν μεταφέρει απλώς κάποιες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Από την 1η Ιανουαρίου 2027 η Διεύθυνση Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης μεταφέρεται από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Παιδείας ως σύνολο αρμοδιοτήτων, προσωπικού, οργανικών θέσεων και υλικοτεχνικής υποδομής. Ο νόμος ορίζει ακόμη ότι, όπου η προηγούμενη νομοθεσία αναφέρει τον Υπουργό Πολιτισμού για θέματα της συγκεκριμένης Διεύθυνσης, στο εξής θα νοείται ο Υπουργός Παιδείας.

Άρα, η τεχνογνωσία δεν εξαφανίζεται, αφού το προσωπικό μεταφέρεται. Παύει όμως να βρίσκεται θεσμικά μέσα στο Υπουργείο Πολιτισμού. Το ΥΠΠΟ χάνει την άμεση εποπτεία, την αρμοδιότητα ελέγχου και τη θεσμική ευθύνη για τους τίτλους που θα εκδίδονται στο νέο καθεστώς.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημα που δεν έχει συζητηθεί όσο θα έπρεπε.

Ο κίνδυνος δημιουργίας δύο κατηγοριών αποφοίτων

Τι θα συμβεί όταν στο μέλλον το Υπουργείο Πολιτισμού κληθεί να συντάξει μια νέα προκήρυξη για έναν πολιτιστικό οργανισμό, ένα θέατρο, μια σχολή ή μια καλλιτεχνική θέση;

Θα μπορεί να συνεχίσει να θεωρεί αυτομάτως ισόκυρους, ως βασικά επαγγελματικά προσόντα, όλους τους παλαιούς και νέους τίτλους Ανώτερων Καλλιτεχνικών Σχολών; Ή θα θελήσει να διαχωρίσει εκείνους που εκδόθηκαν κατά την περίοδο της δικής του εποπτείας από εκείνους που εκδόθηκαν μετά τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων;

Ο σημερινός νόμος δεν γράφει ότι το Υπουργείο Πολιτισμού θα επιβάλει έναν τέτοιο διαχωρισμό. Δεν υπάρχει σήμερα διάταξη που να λέει ότι μια μελλοντική προκήρυξη θα ζητά:

«Πτυχίο ΑΕΙ ή δίπλωμα Ανώτερης Καλλιτεχνικής Σχολής που έχει εκδοθεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού».

Ωστόσο, το θεσμικό ενδεχόμενο είναι υπαρκτό και εύλογο. Ένας φορέας έχει δικαίωμα να προσδιορίζει το βασικό προσόν μιας θέσης και να ζητά τίτλο του οποίου μπορεί να γνωρίζει και να εγγυηθεί τα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Εφόσον το Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα εποπτεύει πλέον τις σχολές, μπορεί στο μέλλον να θεωρήσει ότι δεν διαθέτει την ίδια θεσμική βάση για να εγγυηθεί όλους τους νέους τίτλους με τον τρόπο που εγγυόταν τους παλαιούς.

Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί μια νέα κατηγοριοποίηση:

  • απόφοιτοι με τίτλους που εκδόθηκαν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού,

  • απόφοιτοι με τίτλους που θα εκδοθούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας,

  • και πτυχιούχοι της νέας Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών.

Τρεις διαφορετικές διαδρομές, τρεις διαφορετικές θεσμικές αφετηρίες και, πιθανώς, διαφορετική αντιμετώπιση στις μελλοντικές προκηρύξεις.

Το πανεπιστημιακό πτυχίο λειτουργεί διαφορετικά

Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι ούτε τα πτυχία των πανεπιστημίων υπογράφονται προσωπικά από το Υπουργείο Παιδείας. Και αυτό είναι σωστό.

Το πανεπιστημιακό πτυχίο, όμως, δεν αντλεί την εγκυρότητά του από την ατομική υπογραφή του Υπουργείου Παιδείας. Εκδίδεται από το ίδιο το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα και η ποιότητά του εγγυάται θεσμικά από το πανεπιστήμιο, τα αρμόδια ακαδημαϊκά όργανα και το επιστημονικό προσωπικό που έχει την ευθύνη του προγράμματος σπουδών.

Στην περίπτωση των Ανώτερων Καλλιτεχνικών Σχολών, όμως, η κρατική εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού είχε πολύ πιο άμεσο ρόλο. Ακριβώς επειδή οι σχολές αυτές δεν ήταν πανεπιστήμια με αυτοτελή ακαδημαϊκά όργανα, η επαγγελματική αξιοπιστία των τίτλων τους συνδεόταν στενά με τον έλεγχο του αρμόδιου Υπουργείου και των ανθρώπων που διέθεταν εξειδικευμένη γνώση του καλλιτεχνικού πεδίου.

Η ανησυχία δεν είναι θεωρητική

Άνθρωποι του χώρου έχουν ήδη επισημάνει ότι τα δύο Υπουργεία δεν λειτουργούν πάντοτε με τα ίδια αξιολογικά κριτήρια. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, περιπτώσεις προγραμμάτων φωνητικής τα οποία είχαν προκαλέσει σοβαρές τεχνικές επιφυλάξεις σε ανθρώπους του λυρικού και καλλιτεχνικού χώρου, αλλά έγιναν δεκτά στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Το ζήτημα δεν είναι να υποστηρίξει κανείς ότι το ένα Υπουργείο είναι συνολικά ικανό και το άλλο συνολικά ανεπαρκές. Το ζήτημα είναι ότι η αξιολόγηση ενός εξειδικευμένου καλλιτεχνικού προγράμματος απαιτεί ανθρώπους που γνωρίζουν ουσιαστικά το ίδιο το επάγγελμα, την τεχνική του, τους κινδύνους του και τις πραγματικές απαιτήσεις της καλλιτεχνικής αγοράς.

Όταν η επαγγελματική εποπτεία απομακρύνεται από τον καθ’ ύλην αρμόδιο φορέα, είναι απολύτως θεμιτό να τίθεται το ερώτημα: ποιος θα εγγυάται ότι τα μελλοντικά προγράμματα σπουδών ανταποκρίνονται όχι μόνο σε γενικούς εκπαιδευτικούς κανόνες, αλλά και στις πραγματικές απαιτήσεις της τέχνης και του επαγγέλματος;

Αναβάθμιση χωρίς αποκλεισμούς και διαγραφές

Η ίδρυση πανεπιστημιακής σχολής παραστατικών τεχνών μπορεί να είναι θετική. Δεν είναι όμως αποδεκτό η δημιουργία μιας νέας διαδρομής να συνοδεύεται από την υποβάθμιση των ήδη υπαρχουσών, από την απαξίωση ανθρώπων που σπούδασαν για χρόνια ή από την κατασκευή νέων θεσμικών αδιεξόδων.

Η λύση δεν είναι να υποχρεωθούν οι επαγγελματίες καλλιτέχνες να αποδείξουν από την αρχή ότι γνωρίζουν το επάγγελμά τους. Δεν είναι να αντιμετωπίζονται οι παλαιοί τίτλοι ως εκπαιδευτικά κατάλοιπα μιας άλλης εποχής. Και δεν είναι να μεταφέρεται η εποπτεία χωρίς σαφείς εγγυήσεις ότι όλοι οι παλαιοί, σημερινοί και μελλοντικοί απόφοιτοι θα έχουν ενιαία και ισότιμη επαγγελματική αντιμετώπιση.

Απαιτούνται ρητές νομοθετικές εγγυήσεις ότι:

οι τίτλοι όλων των περιόδων θα γίνονται ισότιμα δεκτοί ως βασικά επαγγελματικά προσόντα στις αντίστοιχες θέσεις,

οι πρόσθετοι πανεπιστημιακοί και μεταπτυχιακοί τίτλοι θα αξιολογούνται κανονικά χωρίς να απαιτείται υποχρεωτικά πρώτο πτυχίο ΑΕΙ όταν ο βασικός επαγγελματικός τίτλος καλύπτει τη θέση,

και το Υπουργείο Πολιτισμού θα εξακολουθήσει να έχει ουσιαστικό και θεσμικά κατοχυρωμένο ρόλο στον έλεγχο των προγραμμάτων, των επαγγελματικών προδιαγραφών και των προσόντων που απαιτούν οι φορείς του.

Γι’ αυτό οι αντιδράσεις πρέπει να συνεχιστούν

Η επιμονή του καλλιτεχνικού κόσμου δεν είναι συντεχνιακή άρνηση ούτε φόβος απέναντι στην πρόοδο. Είναι υπεράσπιση της επαγγελματικής γνώσης, της συνέχειας των τίτλων και της αρχής ότι καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη όταν αφήνει πίσω της αδικημένους αποφοίτους και δημιουργεί νέες κατηγορίες εργαζομένων.

Στηρίζουμε, επομένως, τις αντιδράσεις των σπουδαστών, των αποφοίτων και των καλλιτεχνών που συνεχίζουν να ζητούν αλλαγές. Γιατί η καλλιτεχνική εκπαίδευση χρειάζεται πραγματική αναβάθμιση — όχι μια διοικητική αναδιάταξη που υποτιμά την επαγγελματική κατάρτιση, απομακρύνει την εποπτεία από τον φυσικό της χώρο και μεταφέρει το πρόβλημα στις επόμενες γενιές αποφοίτων.

Η τέχνη χρειάζεται επιστήμονες, ερευνητές και θεωρητικούς. Χρειάζεται όμως και επαγγελματίες καλλιτέχνες. Και μια δίκαιη πολιτεία οφείλει να γνωρίζει τη διαφορά, να σέβεται και τις δύο διαδρομές και να μην ακυρώνει τη μία στο όνομα της άλλης.