Στις 15 Ιουλίου 1974, η δικτατορία του Δημητρίου Ιωαννίδη οργάνωσε το πραξικόπημα εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ήταν μια παράνομη ενέργεια ενός αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο είχε ήδη καταλύσει τη δημοκρατία στην Ελλάδα και επιχείρησε να ανατρέψει και τη νόμιμη συνταγματική τάξη της Κύπρου. Δεν επρόκειτο για απόφαση του δημοκρατικού ελληνικού λαού ούτε για επιλογή του κυπριακού λαού. Οι πραξικοπηματίες φέρουν ακέραιη την ευθύνη για την ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης. Αυτή, όμως, είναι η ευθύνη για το πραξικόπημα — όχι για τις αποφάσεις που έλαβε στη συνέχεια η Τουρκία.
Το πραξικόπημα παραβίαζε τη Συνθήκη Εγγυήσεως, καθώς έθετε σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας και άνοιγε τον δρόμο για την ένωσή της με την Ελλάδα. Η Τουρκία μπορούσε, επομένως, να καταγγείλει την παραβίαση και να επικαλεστεί τους μηχανισμούς της Συνθήκης. Όμως το Άρθρο 4 δεν της έδινε λευκή επιταγή για εισβολή, κατάληψη εδάφους ή διαίρεση του νησιού. Προέβλεπε αρχικά διαβουλεύσεις μεταξύ των τριών εγγυητριών δυνάμεων και, εφόσον η κοινή δράση ήταν αδύνατη, επέτρεπε ενέργεια με μοναδικό σκοπό την αποκατάσταση της κατάστασης που είχε δημιουργήσει η Συνθήκη: της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της συνταγματικής τάξης της Κύπρου.
Η στρατιωτική εισβολή δεν ήταν, συνεπώς, η μόνη διαθέσιμη απάντηση. Η Τουρκία μπορούσε να απευθυνθεί στις άλλες εγγυήτριες δυνάμεις, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυπριακή πολιτική ηγεσία, ζητώντας την άμεση ακύρωση των αποτελεσμάτων του πραξικοπήματος και την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας. Αυτή ακριβώς ήταν και η κατεύθυνση του Ψηφίσματος 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο στις 20 Ιουλίου ζήτησε τον τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης και κάλεσε την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο να διαπραγματευθούν χωρίς καθυστέρηση για την αποκατάσταση της ειρήνης και της συνταγματικής κυβέρνησης στην Κύπρο.
Αν ο πραγματικός και μοναδικός σκοπός της τουρκικής ενέργειας ήταν η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, η στρατιωτική δράση θα έπρεπε να σταματήσει μόλις εξέλιπε το πραξικοπηματικό καθεστώς και άρχισαν οι διεθνείς διαβουλεύσεις. Αντί γι’ αυτό, μετά την κατάρρευση των συνομιλιών της Γενεύης, στις 14 Αυγούστου ξεκίνησε νέα στρατιωτική επιχείρηση. Η δεύτερη επίθεση, η διεύρυνση των κατεχόμενων εδαφών και η μακροχρόνια στρατιωτική παρουσία δεν αποκατέστησαν την προηγούμενη κατάσταση· δημιούργησαν μια εντελώς νέα κατάσταση διαίρεσης. Στις 16 Αυγούστου, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέφρασε επίσημα την αποδοκιμασία του για τις μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες και τόνισε ότι οι διαπραγματεύσεις δεν έπρεπε να επηρεαστούν από πλεονεκτήματα που αποκτήθηκαν μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της ιστορικής ευθύνης. Η δικτατορία του Ιωαννίδη διέπραξε μια σοβαρή παρανομία εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική κρατική ηγεσία, όμως, επέλεξε να απαντήσει στην παρανομία με στρατιωτική επιβολή και να μετατρέψει μια διακηρυγμένη «αποκαταστατική» ενέργεια σε κατάληψη και μακροχρόνιο έλεγχο εδάφους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε αργότερα ότι η Τουρκία ασκούσε αποτελεσματικό συνολικό έλεγχο στο βόρειο τμήμα της Κύπρου μέσω της στρατιωτικής της παρουσίας.
Δεν πρέπει, επομένως, να λέμε ότι «ο Ιωαννίδης προκάλεσε και η Τουρκία αναγκάστηκε να αντιδράσει». Αυτή η διατύπωση μετατρέπει μια αυτόνομη πολιτική και στρατιωτική απόφαση της Τουρκίας σε αναπόφευκτη αντίδραση. Τίποτε δεν ήταν αναπόφευκτο. Υπήρχαν διπλωματικοί, θεσμικοί και διεθνείς δρόμοι για την αποκατάσταση της νομιμότητας. Η τουρκική ηγεσία επέλεξε τη λογική της ισχύος: απάντησε σε μια επίθεση κατά της συνταγματικής τάξης με μια ευρύτερη επίθεση κατά της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου.
Η Ιστορία δεν χρειάζεται να επιλέξει ποια από τις δύο παρανομίες θα καταδικάσει. Μπορεί και πρέπει να τις διακρίνει. Το πραξικόπημα ήταν έγκλημα κατά της δημοκρατικής και συνταγματικής τάξης. Η εισβολή, η κατάληψη και η διαίρεση ήταν διαφορετική και αυτοτελής επιλογή, για την οποία την ευθύνη φέρει εκείνος που την αποφάσισε και την πραγματοποίησε.
Μια παρανομία δεν αποκαθίσταται με μια μεγαλύτερη παρανομία.
Και η ευθύνη του πρώτου δράστη δεν αθωώνει ποτέ τον δεύτερο.
Βιβλιογραφία
Cyprus v. Turkey, Application No. 25781/94, European Court of Human Rights, Grand Chamber (2001).
Drousiotis, M. (2009). Cyprus 1974: Greek coup and Turkish invasion. Harrassowitz Verlag.
Fouskas, V. K., & Mallinson, W. D. E. (2024). Cyprus 1974: Anatomy of an invasion. Routledge.
Mallinson, W. (2005). Cyprus: A modern history. I.B. Tauris.
O’Malley, B., & Craig, I. (2001). The Cyprus conspiracy: America, espionage and the Turkish invasion. I.B. Tauris.
Treaty of Guarantee, Cyprus–Greece–Turkey–United Kingdom, 382 U.N.T.S. 3 (1960).
United Nations General Assembly. (1974). Question of Cyprus (Resolution 3212 [XXIX]).
United Nations Security Council. (1974a). Resolution 353 (1974) (S/RES/353).
United Nations Security Council. (1974b). Resolution 360 (1974) (S/RES/360).
