Η δημοσίευση του νέου Οργανισμού διοίκησης και λειτουργίας της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (ΠΔ 28/2026, ΦΕΚ Α’ 75/18.05.2026) επαναφέρει στο προσκήνιο ένα διαχρονικό θεσμικό ερώτημα: ποια είναι τελικά η πραγματική ταυτότητα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και σε ποιο διοικητικό πλαίσιο θα μπορούσε να αναπτυχθεί ολοκληρωμένα;
Διαβάζοντας προσεκτικά το ίδιο το ΦΕΚ, διαπιστώνεται ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται παραπέμπει ξεκάθαρα όχι μόνο σε βιβλιοθηκονομικό φορέα, αλλά σε οργανισμό διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς και πολιτιστικής μνήμης. Όροι όπως «διαφύλαξη στο διηνεκές», «τεκμήρια του ελληνικού πολιτισμού», «ειδικές συλλογές», «συντήρηση», «ψηφιοποίηση», «εκθέσεις», «πολιτιστικές εκδηλώσεις», «χρονολόγηση», «προβολή συλλογών», «εκπαιδευτικά προγράμματα», «αρχειακά τεκμήρια», «ιστορία του ελληνικού βιβλίου» και «διατήρηση» αποτελούν έννοιες που χρησιμοποιούνται διαχρονικά στη γλώσσα των πολιτιστικών οργανισμών, των μουσείων, των αρχείων και των φορέων πολιτιστικής διαχείρισης.
Το ίδιο το ΦΕΚ, επομένως, αναγνωρίζει ουσιαστικά ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως χώρος παροχής γνώσης ή βιβλιοθηκονομικών υπηρεσιών, αλλά ως φορέας προστασίας, διαχείρισης και ανάδειξης γραπτής πολιτιστικής κληρονομιάς. Το βιβλίο, άλλωστε, δεν αποτελεί μόνο φορέα πληροφορίας. Είναι ταυτόχρονα τεκμήριο ιστορίας, μνήμης, αισθητικής, πολιτισμού και συλλογικής ταυτότητας.
Αυτό ακριβώς γεννά εύλογα το ερώτημα γιατί ένας τέτοιος οργανισμός παραμένει διοικητικά ενταγμένος στο Υπουργείο Παιδείας και όχι στο Υπουργείο Πολιτισμού, όπως συμβαίνει με τους υπόλοιπους οργανισμούς πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά αντιπαράθεση μεταξύ Παιδείας και Πολιτισμού. Η ένταξη της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα στερούσε ούτε την επιστημονική έρευνα, ούτε τη γνώση, ούτε τη συνεργασία με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα. Αντιθέτως, οι πολιτιστικοί φορείς που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού λειτουργούν ήδη με υψηλό επίπεδο επιστημονικότητας, ερευνητικής δραστηριότητας και διεθνών συνεργασιών.
Ενδεικτικά, μεγάλοι πολιτιστικοί οργανισμοί της χώρας — όπως μουσεία, αρχαιολογικοί οργανισμοί, η Εθνική Πινακοθήκη, η Εθνική Λυρική Σκηνή ή οι μεγάλες υπηρεσίες πολιτιστικής κληρονομιάς — διαθέτουν:
- εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό,
- δομές συντήρησης και τεκμηρίωσης,
- στρατηγικό σχεδιασμό πολιτιστικής ανάπτυξης,
- εμπειρία σε εκθεσιακή και πολιτιστική διαχείριση,
- διεθνή πολιτιστική δικτύωση,
- καθώς και μηχανισμούς βιώσιμης πολιτιστικής ανάπτυξης.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι ο σχεδιασμός, η πολιτιστική στρατηγική, η θεσμική καθοδήγηση και η βιώσιμη ανάπτυξη των πολιτιστικών φορέων αποτελούν αντικείμενο εξειδίκευσης του Υπουργείου Πολιτισμού. Εκεί συγκεντρώνεται η διοικητική εμπειρία, η επιστημονική υποστήριξη και το αντίστοιχο προσωπικό που έχει εκπαιδευτεί ακριβώς για τη διαχείριση πολιτιστικών οργανισμών και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η πιο αξιόλογη προσπάθεια οποιασδήποτε νέας διοίκησης της Εθνικής Βιβλιοθήκης ενδέχεται να παραμένει αναγκαστικά μερική ή μη ολοκληρωμένη, όχι λόγω έλλειψης ικανότητας ή πρόθεσης, αλλά λόγω του ίδιου του διοικητικού και θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει. Όταν ένας οργανισμός πολιτιστικής μνήμης αντιμετωπίζεται κυρίως μέσα από λογικές εκπαιδευτικής διοίκησης και όχι πολιτιστικής διαχείρισης, δημιουργείται αναπόφευκτα ένα όριο στην οργανική του ανάπτυξη.
Η ίδια η νέα οργανωτική δομή της ΕΒΕ φαίνεται να αποτυπώνει αυτή τη διττή ταυτότητα. Από τη μία πλευρά παραμένει βιβλιοθήκη· από την άλλη, λειτουργεί ήδη ως σύνθετος πολιτιστικός οργανισμός μνήμης, έρευνας, διατήρησης, προβολής και πολιτιστικής διαχείρισης.
Ίσως, λοιπόν, το νέο ΦΕΚ να επαναφέρει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση ένα παλιό αλλά κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η γραπτή πολιτιστική κληρονομιά της χώρας να αναπτυχθεί ολοκληρωμένα όσο παραμένει θεσμικά εκτός του κεντρικού πλαισίου πολιτιστικής πολιτικής της Ελλάδας;
