Περίληψη
Εισαγωγή
Η έννοια του μουσείου έχει αλλάξει. Δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά σε ένα κτίριο, σε αίθουσες με προθήκες ή σε μια στατική συλλογή αντικειμένων. Η σύγχρονη μουσειολογία αντιλαμβάνεται το μουσείο ως έναν ζωντανό θεσμό, ο οποίος ερευνά, ερμηνεύει, διαφυλάσσει και εκθέτει την υλική και άυλη πολιτιστική κληρονομιά, λειτουργώντας στην υπηρεσία της κοινωνίας.
Ο νέος ορισμός του ICOM, που εγκρίθηκε το 2022 στην Πράγα, αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη διεύρυνση. Το μουσείο ορίζεται ως ένας μόνιμος, μη κερδοσκοπικός θεσμός στην υπηρεσία της κοινωνίας, ο οποίος ερευνά, συλλέγει, συντηρεί, ερμηνεύει και εκθέτει την υλική και άυλη κληρονομιά. Παράλληλα, τονίζεται ότι τα μουσεία είναι ανοιχτά στο κοινό, προσβάσιμα, συμπεριληπτικά, προάγουν τη βιωσιμότητα και λειτουργούν με τη συμμετοχή των κοινοτήτων, προσφέροντας εμπειρίες εκπαίδευσης, απόλαυσης, στοχασμού και ανταλλαγής γνώσης.
Αυτή η νέα αντίληψη δημιουργεί ένα ουσιαστικό ερώτημα:
αν η έννοια του μουσείου έχει διευρυνθεί επιστημονικά και μουσειολογικά, μήπως χρειάζεται να διευρυνθεί και διοικητικά;
Το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο και το σημερινό όριο
Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη το Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης Μουσείων, το οποίο αποτελεί σημαντική θεσμική παρέμβαση για την αναβάθμιση του μουσειακού τομέα. Το Υπουργείο Πολιτισμού αναφέρει ότι το σύστημα στοχεύει στη βελτίωση και προσαρμογή των ελληνικών μουσείων στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει δύο βασικές διαδικασίες:
- Πιστοποίηση, για τα μουσεία που ιδρύει και έχει υπό την ευθύνη λειτουργίας του το Υπουργείο Πολιτισμού.
- Αναγνώριση, για τα μουσεία που δεν ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού.
Η επικαιροποίηση του πλαισίου, όπως παρουσιάστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, συνδέεται με την ανάγκη τα μουσεία να ακολουθούν κοινές ποιοτικές προδιαγραφές και καλές πρακτικές, με έμφαση στη διοίκηση, τη βιωσιμότητα, τη διαχείριση συλλογών, την ερμηνευτική πολιτική, τις υπηρεσίες προς το κοινό, την ασφάλεια, την προσβασιμότητα και τις υποδομές.
Αυτό είναι θετικό και αναγκαίο. Ωστόσο, παραμένει ένα κενό:
το πλαίσιο φαίνεται να οργανώνεται κυρίως γύρω από τη συμβατική μορφή του μουσείου ως οργανισμού με συγκεκριμένη έδρα, συλλογή, υποδομή και διοικητική δομή.
Όμως η σύγχρονη πολιτιστική πραγματικότητα έχει ήδη προχωρήσει παραπέρα.
Το κενό: χώροι που λειτουργούν μουσειακά αλλά δεν χωρούν εύκολα στη σημερινή ταξινόμηση
Σήμερα υπάρχουν πολιτιστικοί χώροι που δεν είναι ακριβώς «μουσεία» με τη στενή, παραδοσιακή έννοια, αλλά λειτουργούν μουσειακά.
Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι:
- αρχαιολογικοί χώροι,
- κάστρα,
- μνημειακά σύνολα,
- ιστορικές πόλεις,
- υπαίθριες πολιτιστικές διαδρομές,
- χώροι μνήμης,
- ψηφιακές εκθέσεις,
- διαδικτυακοί τόποι πολιτισμικής μάθησης,
- ανοιχτά αρχεία γνώσης,
- ψηφιακά μουσειακά περιβάλλοντα.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ίδιο το μνημείο, το τοπίο, η πόλη, η διαδρομή ή το ψηφιακό περιβάλλον λειτουργεί ως φορέας έκθεσης, ερμηνείας και μάθησης.
Δεν πρόκειται απλώς για «χώρους επίσκεψης» ή «ιστοσελίδες». Όταν υπάρχει τεκμηρίωση, επιμέλεια, αφήγηση, εκπαιδευτική λειτουργία, δημόσια πρόσβαση και κοινωνική αποστολή, τότε ο χώρος αποκτά μουσειακή λειτουργία.
Άρα, το πρόβλημα δεν είναι αν αυτοί οι χώροι μπορούν να ονομαστούν αυθαίρετα μουσεία. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ακόμη μια καθαρή διοικητική κατηγορία που να τους επιτρέπει να αξιολογηθούν ως αυτό που πραγματικά είναι:
ανοιχτά, διάχυτα ή ψηφιακά μουσειακά περιβάλλοντα.
Η ανάγκη για τρίτη κατηγορία
Το σημερινό δίπολο —πιστοποιημένα μουσεία του Υπουργείου Πολιτισμού και αναγνωρισμένα μουσεία άλλων φορέων— είναι χρήσιμο, αλλά δεν αρκεί για να αποτυπώσει όλες τις σύγχρονες μορφές μουσειακής λειτουργίας.
Χρειάζεται μια τρίτη κατηγορία, όχι για να χαλαρώσουν τα κριτήρια, αλλά για να γίνουν πιο ακριβή.
Μια τέτοια κατηγορία θα μπορούσε να ονομαστεί:
Μητρώο Ανοιχτών και Ψηφιακών Μουσειακών Περιβαλλόντων
ή
Βάση Μουσειακών Χώρων και Ψηφιακών Περιβαλλόντων Πολιτιστικής Κληρονομιάς
ή
Κατάλογος Μουσειακών Περιβαλλόντων με Ανοιχτή ή Μη Συμβατική Μορφή
Η ουσία δεν είναι η ονομασία. Η ουσία είναι να δημιουργηθεί μια διοικητική δυνατότητα ένταξης για χώρους και φορείς που δεν έχουν τη συνηθισμένη μορφή μουσείου, αλλά πληρούν συγκεκριμένα μουσειολογικά κριτήρια.
Τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει αυτή η βάση
Μια τέτοια βάση δεν θα έπρεπε να λειτουργεί ως απλή λίστα. Θα έπρεπε να λειτουργεί ως διαδικασία αξιολόγησης και σταδιακής προσαρμογής.
Δηλαδή, ένας χώρος ή ένας ψηφιακός φορέας να μπορεί:
- να δηλώσει ότι επιθυμεί να αξιολογηθεί ως μουσειακό περιβάλλον,
- να υποβάλει στοιχεία τεκμηρίωσης,
- να δει ποια κριτήρια πληροί και ποια όχι,
- να λάβει οδηγίες βελτίωσης,
- να ενταχθεί σε προκαταρκτικό ή πλήρες μητρώο,
- να επαναξιολογείται ανά τακτά διαστήματα.
Έτσι, το κράτος δεν θα αναγνώριζε αυθαίρετα οποιονδήποτε χώρο ως μουσείο. Αντίθετα, θα δημιουργούσε έναν δρόμο ποιότητας για όσους θέλουν να προσαρμοστούν σε συγκεκριμένα πρότυπα.
Ενδεικτικά κριτήρια ένταξης
Μια τέτοια τρίτη κατηγορία θα μπορούσε να βασιστεί σε κριτήρια όπως:
| Κριτήριο | Τι σημαίνει |
|---|---|
| Μόνιμη λειτουργία | Ο χώρος ή ο ψηφιακός τόπος δεν είναι περιστασιακή δράση, αλλά έχει συνέχεια. |
| Μη κερδοσκοπικός ή δημόσιος χαρακτήρας | Λειτουργεί στην υπηρεσία της κοινωνίας και όχι αποκλειστικά για εμπορικό όφελος. |
| Πολιτιστικό περιεχόμενο | Διαχειρίζεται, ερμηνεύει ή παρουσιάζει υλική ή άυλη κληρονομιά. |
| Τεκμηρίωση | Παρέχει έγκυρες πληροφορίες, πηγές, αρχειακό ή ερευνητικό υλικό. |
| Ερμηνευτική πολιτική | Δεν παραθέτει απλώς πληροφορίες, αλλά οργανώνει νόημα και αφήγηση. |
| Εκπαιδευτική λειτουργία | Προσφέρει γνώση, δραστηριότητες, διαδρομές ή εργαλεία μάθησης. |
| Προσβασιμότητα | Είναι ανοιχτό στο κοινό, φυσικά ή ψηφιακά, με πρόνοια για διαφορετικές ομάδες. |
| Συμπερίληψη | Δεν απευθύνεται μόνο σε ειδικούς, αλλά διευκολύνει τη συμμετοχή περισσότερων ανθρώπων. |
| Σχέση με την κοινότητα | Συνδέεται με τόπους, μνήμες, ομάδες, ιστορίες ή κοινωνικές ανάγκες. |
| Ηθική και επαγγελματική λειτουργία | Σέβεται την πολιτιστική κληρονομιά, τα πρόσωπα, τις κοινότητες και τις πηγές. |
| Βιωσιμότητα | Έχει σχεδιασμό συνέχειας, συντήρησης, ενημέρωσης και αναβάθμισης. |
Αυτά τα κριτήρια συνδέονται άμεσα με τη λογική του νέου ορισμού του ICOM, ο οποίος δίνει έμφαση όχι μόνο στη συλλογή, αλλά και στην ερμηνεία, την προσβασιμότητα, τη συμπερίληψη, τη βιωσιμότητα, τη συμμετοχή των κοινοτήτων και την ανταλλαγή γνώσης.
Γιατί αυτό είναι σημαντικό
Η δημιουργία μιας τρίτης κατηγορίας θα είχε πολλαπλά οφέλη.
Πρώτον, θα απέτρεπε την αυθαίρετη χρήση του όρου «μουσείο». Δεν θα μπορούσε κάθε χώρος ή κάθε ιστοσελίδα να αυτοχαρακτηρίζεται μουσείο χωρίς κριτήρια.
Δεύτερον, θα αναγνώριζε τη σύγχρονη πολιτιστική πραγματικότητα. Η γνώση, η μνήμη και η πολιτιστική εμπειρία δεν βρίσκονται πια μόνο μέσα σε κτίρια. Βρίσκονται και σε διαδρομές, τοπία, μνημεία, κοινότητες, ψηφιακές πλατφόρμες και ανοιχτά περιβάλλοντα μάθησης.
Τρίτον, θα έδινε κίνητρο σε μικρούς φορείς, τοπικές πρωτοβουλίες, πολιτιστικά δίκτυα και ψηφιακές δράσεις να οργανωθούν καλύτερα. Όσοι επιθυμούν να ενταχθούν σε μια τέτοια βάση θα μπορούσαν να προσαρμοστούν σταδιακά σε συγκεκριμένα κριτήρια ποιότητας.
Τέταρτον, θα ενίσχυε τη διαφάνεια. Το κοινό θα γνώριζε ποιοι χώροι έχουν αξιολογηθεί, με ποια κριτήρια και σε ποιο επίπεδο.
Πέμπτον, θα επέτρεπε στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο να συμβαδίσει ουσιαστικότερα με τη διευρυμένη μουσειολογική αντίληψη του 21ου αιώνα.
Δεν είναι όλα μουσείο — αλλά περισσότερα πράγματα μπορούν να λειτουργούν μουσειακά
Η πρόταση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε αρχαιολογικός χώρος, κάθε πολιτιστικός ιστότοπος ή κάθε εκπαιδευτικό blog είναι μουσείο.
Σημαίνει κάτι πιο προσεκτικό και πιο σοβαρό:
Υπάρχουν χώροι και ψηφιακά περιβάλλοντα που δεν έχουν τη συμβατική μορφή μουσείου, αλλά επιτελούν μουσειακές λειτουργίες. Αυτοί οι χώροι δεν πρέπει να μένουν αόρατοι διοικητικά.
Η λύση δεν είναι να δοθεί σε όλους ο τίτλος του μουσείου.
Η λύση είναι να δημιουργηθεί ένα ενδιάμεσο, αξιολογημένο και τεκμηριωμένο πλαίσιο.
Ένα πλαίσιο που θα λέει:
Αυτός ο χώρος δεν είναι απαραίτητα μουσείο με την παραδοσιακή έννοια, αλλά λειτουργεί ως μουσειακό περιβάλλον και πληροί συγκεκριμένα κριτήρια δημόσιας, εκπαιδευτικής, πολιτιστικής και ερμηνευτικής λειτουργίας.
Συμπέρασμα
Ο νέος ορισμός του ICOM δεν άλλαξε απλώς μια φράση. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να σκεφτόμαστε το μουσείο.
Το μουσείο δεν είναι πια μόνο ο χώρος όπου φυλάσσονται αντικείμενα. Είναι ο θεσμός που οργανώνει τη σχέση της κοινωνίας με τη μνήμη, τη γνώση, την κληρονομιά, την ταυτότητα, την κοινότητα και το μέλλον.
Γι’ αυτό και το διοικητικό πλαίσιο χρειάζεται να ακολουθήσει αυτή τη μεταβολή.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό σύστημα αναγνώρισης και πιστοποίησης μουσείων. Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι ο εμπλουτισμός του με μια τρίτη κατηγορία: τα ανοιχτά και ψηφιακά μουσειακά περιβάλλοντα.
Μια τέτοια βάση δεν θα υποβάθμιζε τον θεσμό του μουσείου. Αντίθετα, θα τον προστάτευε, θα τον εκσυγχρόνιζε και θα τον άνοιγε σε μορφές πολιτιστικής ζωής που ήδη υπάρχουν, αλλά δεν έχουν ακόμη βρει τη διοικητική τους θέση.
Γιατί τελικά, στον 21ο αιώνα, το ερώτημα δεν είναι μόνο πού στεγάζεται ένα μουσείο.
Το ερώτημα είναι:
ποιος χώρος, φυσικός ή ψηφιακός, οργανώνει με ευθύνη τη γνώση, τη μνήμη και την πολιτιστική εμπειρία προς όφελος της κοινωνίας.
Βιβλιογραφία
International Council of Museums. (2022). Museum Definition. ICOM.
Υπουργείο Πολιτισμού. (χ.χ.). Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης Μουσείων.
Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. (2022). Επικαιροποιείται το Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.
