Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τουρισμός και Πολιτισμός: όταν η επίσκεψη πρέπει να γίνει σχέση

 


Πώς μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς ο υπερτουρισμός να καταστρέφει τον πολιτισμό

Ο τουρισμός μπορεί να είναι μία από τις πιο όμορφες μορφές συνάντησης των ανθρώπων. Φέρνει τον επισκέπτη κοντά σε τόπους, μνήμες, γλώσσες, ιστορίες, τέχνες, γεύσεις και τρόπους ζωής που ίσως δεν θα γνώριζε ποτέ. Μπορεί να στηρίξει οικονομίες να δημιουργήσει θέσεις εργασίας να αναδείξει μνημεία να κάνει γνωστούς μικρούς τόπους και να δώσει στον πολιτισμό διεθνή ορατότητα.

Όμως ο τουρισμός, όταν χάνει το μέτρο, μπορεί να απειλήσει αυτό που υποτίθεται ότι θαυμάζει. Ο υπερτουρισμός δεν φθείρει μόνο το περιβάλλον ή την καθημερινότητα των κατοίκων. Μπορεί να φθείρει και τον ίδιο τον πολιτισμό, όταν μετατρέπει τα μνημεία σε σκηνικά, τις πόλεις σε προϊόντα και την ιστορία σε εικόνα γρήγορης κατανάλωσης.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ο τουρισμός. Το πρόβλημα είναι η απουσία ποιότητας.

Η ποιότητα στον τουρισμό δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των επισκεπτών, τις κρατήσεις, τις αφίξεις ή τα έσοδα. Μετριέται και με το τι αφήνει πίσω του ο επισκέπτης. Αφήνει σεβασμό ή φθορά; Αφήνει κατανόηση ή απλή κατανάλωση; Αφήνει οικονομική στήριξη στην τοπική κοινωνία ή εκτοπισμό των κατοίκων; Αφήνει ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ή απλώς ακόμη μία φωτογραφία;

Ο πολιτισμός δεν είναι διακόσμηση του τουρισμού. Δεν υπάρχει για να στολίζει την τουριστική εμπειρία. Έχει δική του αξία, δική του μνήμη, δική του ευθύνη προστασίας. Ένας αρχαιολογικός χώρος δεν είναι απλώς «ωραίο φόντο». Ένα μουσείο δεν είναι στάση ανάμεσα σε δύο αγορές. Μια παλιά πόλη δεν είναι θεματικό πάρκο. Ένα νησί δεν είναι σκηνικό χωρίς κατοίκους. Είναι ζωντανοί τόποι, με ιστορία, ανθρώπους, ανάγκες, όρια και συνέχεια.

Γι’ αυτό και η σχέση του τουρισμού με τον πολιτισμό χρειάζεται να περάσει από τη λογική της κατανάλωσης στη λογική της σχέσης. Ο τουρίστας που καταναλώνει έναν τόπο θέλει να «προλάβει» όσο περισσότερα μπορεί. Ο επισκέπτης που σχετίζεται με έναν τόπο θέλει να καταλάβει πού βρίσκεται. Η διαφορά είναι τεράστια. Στην πρώτη περίπτωση, ο τόπος γίνεται αντικείμενο χρήσης. Στη δεύτερη, γίνεται εμπειρία κατανόησης.

Η UNESCO, μέσα από τα εργαλεία της για τον βιώσιμο τουρισμό σε χώρους παγκόσμιας κληρονομιάς, δίνει έμφαση στη διαχείριση των επισκεπτών, στη στρατηγική, στην επικοινωνία, στη συμπεριφορά και στη συμμετοχή των εμπλεκομένων. Αυτό δείχνει ότι ο πολιτιστικός τουρισμός δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη του· χρειάζεται σχεδιασμό, παιδεία και διαρκή παρακολούθηση των επιπτώσεών του.

Η ίδια λογική υπάρχει και στον διεθνή ορισμό του βιώσιμου τουρισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού περιγράφει τον βιώσιμο τουρισμό ως τουρισμό που λαμβάνει υπόψη τις σημερινές και μελλοντικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, καλύπτοντας τις ανάγκες των επισκεπτών, της τουριστικής βιομηχανίας, του περιβάλλοντος και των κοινοτήτων υποδοχής.

Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να ρωτάμε πόσοι επισκέφθηκαν έναν τόπο. Πρέπει να ρωτάμε και πώς τον επισκέφθηκαν. Πόσο σεβάστηκαν τον χώρο; Πόσο ενημερώθηκαν; Πόσο ωφελήθηκε η τοπική κοινωνία; Πόσο προστατεύτηκε το μνημείο; Πόσο άντεξε ο τόπος την πίεση; Πόσο ουσιαστική ήταν η εμπειρία;

Η ποιότητα, λοιπόν, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος επιβίωσης του πολιτισμού.

Όταν ένας αρχαιολογικός χώρος γεμίζει πέρα από τα όρια αντοχής του, δεν υποβαθμίζεται μόνο η εμπειρία του επισκέπτη. Υποβαθμίζεται και η αξιοπρέπεια του μνημείου. Όταν μια ιστορική γειτονιά μετατρέπεται αποκλειστικά σε τουριστικό προϊόν, δεν χάνει μόνο την ησυχία της. Χάνει τον κοινωνικό της ιστό. Όταν οι κάτοικοι δεν μπορούν πια να ζήσουν στον τόπο τους, τότε ο τουρισμός δεν υπηρετεί τον πολιτισμό· τον αντικαθιστά.

Για αυτό οι λύσεις δεν μπορούν να είναι μόνο εισπρακτικές. Χρειάζονται μέτρα ποιότητας: όρια επισκεψιμότητας, χρονοθυρίδες, σωστή ερμηνεία των μνημείων, ουσιαστική ενημέρωση πριν από την επίσκεψη, προστασία της καθημερινότητας των κατοίκων, συμμετοχή της τοπικής κοινότητας, διάχυση των επισκεπτών σε λιγότερο γνωστούς χώρους και ανάπτυξη μορφών τουρισμού που δεν εξαντλούν τον τόπο. Η Ακρόπολη, για παράδειγμα, έχει ήδη συνδεθεί με συζήτηση για ημερήσιο όριο επισκεπτών και σύστημα χρονοθυρίδων, με στόχο την προστασία του μνημείου και τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών.

Η Διεθνής Χάρτα του ICOMOS για τον Πολιτιστικό Τουρισμό τονίζει επίσης ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και η ανθεκτικότητα των κοινοτήτων υποδοχής απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό, διαχείριση επισκεπτών και παρακολούθηση των επιπτώσεων στις πολιτιστικές, φυσικές, κοινωνικές και οικονομικές αξίες του τόπου.

Άρα, η ποιότητα στον τουρισμό δεν είναι μόνο αισθητικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, δικαιοσύνης και σεβασμού. Ένας τόπος δεν ανήκει μόνο σε όσους τον επισκέπτονται για λίγες ώρες. Ανήκει και σε όσους ζουν εκεί, εργάζονται εκεί, κουβαλούν τη μνήμη του και θα τον παραδώσουν στους επόμενους. Ο επισκέπτης είναι ευπρόσδεκτος όταν έρχεται ως φιλοξενούμενος, όχι ως καταναλωτής που θεωρεί ότι όλα υπάρχουν για την εμπειρία του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κλείσουμε τους πολιτιστικούς τόπους στον κόσμο. Αντίθετα, ο πολιτισμός χρειάζεται να είναι ανοιχτός. Χρειάζεται να ταξιδεύει, να συγκινεί, να διδάσκει, να εμπνέει. Όμως το άνοιγμα δεν σημαίνει ασυδοσία. Η πρόσβαση χρειάζεται να συνδυάζεται με ευθύνη. Η προβολή χρειάζεται να συνοδεύεται από προστασία. Η οικονομική αξιοποίηση χρειάζεται να υπηρετεί τη διατήρηση και όχι να την υπονομεύει.

Ο ποιοτικός τουρισμός δεν είναι απαραίτητα ακριβός τουρισμός. Είναι τουρισμός με σεβασμό. Είναι ο επισκέπτης που γνωρίζει πού μπαίνει. Που δεν αγγίζει αυτό που δεν πρέπει να αγγίξει. Που δεν φωνάζει εκεί όπου χρειάζεται ησυχία. Που δεν αντιμετωπίζει τους κατοίκους ως κομπάρσους. Που δεν φωτογραφίζει μόνο, αλλά παρατηρεί. Που δεν περνά απλώς από έναν τόπο, αλλά αφήνει τον τόπο να του μιλήσει.

Αν θέλουμε πραγματικά να ενώσουμε τουρισμό και πολιτισμό, πρέπει να αλλάξουμε το βασικό ερώτημα. Να μη ρωτάμε μόνο «πόσους τουρίστες αντέχει ένας τόπος;», αλλά «τι είδους σχέση θέλουμε να δημιουργήσει ο επισκέπτης με τον τόπο;». Γιατί ένας τόπος μπορεί να δεχτεί πολλούς ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να παραμείνει ζωντανός, αν υπάρχει οργάνωση, σεβασμός και παιδεία. Μπορεί, όμως, να δεχτεί και λιγότερους ανθρώπους και να πληγωθεί βαθιά, αν όλοι τον αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο χρήσης.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να σταματήσει ο άνθρωπος να ταξιδεύει. Είναι να μάθει να επισκέπτεται. Να μην πηγαίνει σε έναν τόπο μόνο για να τον καταγράψει, αλλά για να τον ακούσει. Να μη στέκεται μπροστά σε ένα μνημείο μόνο για να αποδείξει ότι βρέθηκε εκεί, αλλά για να καταλάβει γιατί αυτό το μνημείο έπρεπε να σωθεί.

Γιατί ο πολιτισμός δεν αντέχει να είναι απλώς προϊόν. Αντέχει όταν γίνεται σχέση. Και ο τουρισμός αξίζει πραγματικά, όταν δεν καταναλώνει τον τόπο, αλλά τον τιμά.

Βιβλιογραφία

ICOMOS. (2022). International Charter for Cultural Heritage Tourism: Reinforcing cultural heritage protection and community resilience through responsible and sustainable tourism management. International Council on Monuments and Sites.

ICOMOS International Cultural Tourism Committee. (2023). The new ICOMOS International Charter for Cultural Heritage Tourism supports a more responsible and sustainable tourism management. ICOMOS.

UN Tourism. (n.d.). Sustainable development.

United Nations Department of Economic and Social Affairs. (n.d.). Sustainable tourism.

UNESCO World Heritage Centre. (n.d.). Sustainable Tourism Toolkit.

UNESCO World Heritage Centre. (n.d.). Guide 8: Managing visitor behaviour. World Heritage Sustainable Tourism Online Toolkit.

Euronews Travel. (2023, August 3). Greece’s Acropolis cap on daily visitors and staggered entry times starting in September