Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

📝 Όταν η ικανότητα δεν αρκεί: Η χαρισματικότητα και τα όρια του εκπαιδευτικού συστήματος

Στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα, η χαρισματικότητα συχνά παρερμηνεύεται ως πλεονέκτημα που δεν απαιτεί ιδιαίτερη εκπαιδευτική μέριμνα. Η αντίληψη αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι το χαρισματικό παιδί «μπορεί μόνο του» και, επομένως, δεν χρειάζεται υποστήριξη.

Πράγματι, σε αντίθεση με την ειδική αγωγή, το χαρισματικό παιδί διατηρεί την ικανότητα πρόσβασης στη γνώση ακόμη και σε μη ιδανικές συνθήκες. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλεί το παιδαγωγικό ζήτημα (Renzulli, 2012).

Πρόσβαση στη γνώση και εκπαιδευτικές ανάγκες

Η βασική διάκριση είναι ότι το χαρισματικό παιδί μπορεί να μάθει χωρίς εξειδικευμένη παρέμβαση. Μπορεί να παρακολουθήσει, να επεξεργαστεί και να κατανοήσει τη διδακτέα ύλη ακόμη και όταν το μάθημα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις δυνατότητές του.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικές του ανάγκες καλύπτονται. Οι ανάγκες αυτές σχετίζονται με την εμβάθυνση, την επιτάχυνση και τη δημιουργική αξιοποίηση της γνώσης (Tomlinson, 2014; Subotnik et al., 2011).

Η μάθηση είναι εφικτή, αλλά όχι απαραίτητα πλήρης.

Πώς μαθαίνουν οι χαρισματικοί μαθητές

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της χαρισματικότητας αφορά τον τρόπο προσέγγισης της μάθησης. Σε αντίθεση με τον μέσο μαθητή, ο οποίος βασίζεται κυρίως στη διδασκαλία του εκπαιδευτικού, το χαρισματικό παιδί εμφανίζει αυξημένη ικανότητα αυτοκαθοδηγούμενης μάθησης (Zimmerman, 2002).

Συγκεκριμένα, μπορεί:

  • να αναζητά μόνο του πηγές μάθησης

  • να επεξεργάζεται και να αναλύει πληροφορίες από διαφορετικά μέσα

  • να συνδέει γνώσεις από ποικίλα πεδία

  • να απευθύνεται σε άτομα με περισσότερη γνώση για περαιτέρω εμβάθυνση

Η μάθηση επεκτείνεται πέρα από το σχολικό πλαίσιο, σε βιβλία, ψηφιακό υλικό και προσωπική διερεύνηση.

Με άλλα λόγια, ενώ ο μέσος μαθητής αναμένει τη γνώση να του δοθεί, το χαρισματικό παιδί την αναζητά ενεργά.

Η χαρισματικότητα και η ειδική αγωγή: μια θεμελιώδης διάκριση

Η χαρισματικότητα δεν ταυτίζεται με την ειδική αγωγή, καθώς δεν αφορά αδυναμία πρόσβασης στη μάθηση, αλλά διαφοροποιημένο δυναμικό ανάπτυξης (Subotnik et al., 2011).

Σύμφωνα με το σύγχρονο θεωρητικό πλαίσιο, η ειδική αγωγή εστιάζει στην άρση εμποδίων που δυσχεραίνουν τη μάθηση, ενώ η χαρισματικότητα αφορά τη μετατροπή υψηλού δυναμικού σε υψηλή επίδοση.

Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική. Είναι ουσιαστική.

  • στην ειδική αγωγή, η παρέμβαση καθιστά τη μάθηση δυνατή

  • στη χαρισματικότητα, η παρέμβαση καθιστά δυνατή την ανάπτυξη

Η διοικητική ένταξη της χαρισματικότητας στο πεδίο της ειδικής αγωγής, όπως παρατηρείται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δεν αποτελεί παιδαγωγικά τεκμηριωμένη επιλογή, αλλά μία ακόμη στρέβλωση. Συγχέει δύο ριζικά διαφορετικές εκπαιδευτικές λογικές: την υποστήριξη της δυσκολίας και την καλλιέργεια της δυνατότητας. Εδώ αξίζει να τονιστεί ότι ανάγκες έχουν όλοι οι μαθητές. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη αναγκών, αλλά ποιες από αυτές αναγνωρίζονται και καλύπτονται από το εκπαιδευτικό σύστημα. Το σύστημα εμφανίζεται να καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες του μέσου μαθητή, για τον οποίο έχει σχεδιαστεί, καθώς και τις ανάγκες των μαθητών που δεν μπορούν να μάθουν μέσα σε αυτό, μέσω των δομών της ειδικής αγωγής. Οι χαρισματικοί μαθητές, όμως, δεν εντάσσονται σε καμία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Επειδή έχουν τη δυνατότητα να μαθαίνουν εντός του συστήματος, δεν αναγνωρίζονται ως μαθητές με ιδιαίτερες ανάγκες. Ωστόσο, η δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση δεν συνεπάγεται και κάλυψη των αναγκών τους. Έτσι, το σύστημα τους αντιμετωπίζει ως μέσους μαθητές, παραβλέποντας ότι οι ανάγκες τους δεν σχετίζονται με την πρόσβαση στη μάθηση, αλλά με το βάθος, την πρόκληση και την ανάπτυξη της δυναμικής τους.

Η αορατότητα της χαρισματικότητας

Η χαρισματικότητα συχνά παραμένει αόρατη στο σχολικό περιβάλλον. Το παιδί προσαρμόζεται, δεν δημιουργεί δυσκολία και επιτυγχάνει τους βασικούς στόχους. Ωστόσο, αυτή η εικόνα μπορεί να συγκαλύπτει πλήξη και υποαξιοποίηση δυνατοτήτων (Winner, 1996).

Τα όρια του εκπαιδευτικού συστήματος

Το γενικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι σχεδιασμένο για τον μέσο μαθητή. Ως εκ τούτου, δυσκολεύεται να καλύψει μαθητές που αποκλίνουν σημαντικά προς τα πάνω (Tomlinson, 2014). Στην περίπτωση της χαρισματικότητας, το πρόβλημα δεν είναι η δυνατότητα μάθησης, αλλά η απουσία κατάλληλου πλαισίου για ανάπτυξη.

Συμπέρασμα

Η χαρισματικότητα δεν αναιρεί την ύπαρξη αναγκών. Τις μετασχηματίζει. Το χαρισματικό παιδί δεν εντάσσεται στην ειδική αγωγή, όχι επειδή δεν έχει ανάγκες, αλλά επειδή η μάθηση είναι ήδη εφικτή χωρίς εξειδικευμένη παρέμβαση. Γι' αυτό πρόκληση δεν είναι το να μάθει, αλλά να μπορέσει να  αναπτυχθεί.

📚 Βιβλιογραφία 

Renzulli, J. S. (2012). Reexamining the role of gifted education. Gifted Child Quarterly, 56(3), 150–159.

Subotnik, R. F., Olszewski-Kubilius, P., & Worrell, F. C. (2011). Rethinking giftedness and gifted education. Psychological Science in the Public Interest, 12(1), 3–54.

Tomlinson, C. A. (2014). The differentiated classroom: Responding to the needs of all learners (2nd ed.). ASCD.

Winner, E. (1996). Gifted children: Myths and realities. Basic Books.

Zimmerman, B. J. (2002). Becoming a self-regulated learner. Theory Into Practice, 41(2), 64–70.