Η διαφορά νοοτροπίας ανάμεσα στον πολιτισμό και την εκπαίδευση
Στον δημόσιο διάλογο, η λέξη «καταγγελία» συχνά αντιμετωπίζεται ως πράξη σύγκρουσης ή ως προσωπική επίθεση. Στον χώρο του πολιτισμού, όμως, η διαδικασία αυτή λειτουργεί πρωτίστως ως θεσμική ενημέρωση και τεκμηριωμένη αναφορά προς τους αρμόδιους φορείς. Δεν πρόκειται για αυθαιρεσία ούτε για επίρριψη ευθυνών, αλλά για μηχανισμό έγκαιρης πληροφόρησης που ενεργοποιεί τον έλεγχο και προστατεύει το δημόσιο αγαθό ή που ενεργοποιεί νέες διαδρομές. Και ακριβώς εδώ αποκαλύπτεται μια βαθιά διαφορά παιδείας σε σχέση με την εκπαίδευση: όχι μόνο στους κανόνες που ισχύουν, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το ίδιο το κοινό αντιλαμβάνεται τον ρόλο του και τον ασκεί θεσμικά.
Στον πολιτισμό, η δυνατότητα καταγγελίας είναι πολυθεσμική και ταυτόχρονη. Ο πολίτης μπορεί να απευθυνθεί παράλληλα σε περισσότερους φορείς — ακόμη και στο αρμόδιο Υπουργείο — όχι για να δημιουργήσει θόρυβο, αλλά για να διασφαλίσει ότι το ζήτημα θα εξεταστεί χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να χαθεί σε υπηρεσιακές μεταβιβάσεις. Η πολυθεσμικότητα λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας: όταν το αγαθό είναι δημόσιο, η προστασία του δεν μπορεί να εξαρτάται από έναν μόνο αποδέκτη.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι στον πολιτισμό η καταγγελία δεν στηρίζεται σε προσωπικές εντυπώσεις. Ακόμη και η ένδειξη — όχι η απόδειξη — οφείλει να έχει νομική βάση. Υπάρχει καταγεγραμμένο πλαίσιο που ορίζει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται (λ.χ. σε ζητήματα αλλοίωσης χώρου, προσβολής τοπίου, κακής χρήσης πολιτιστικών αγαθών). Έτσι, μια καταγγελία δεν γίνεται επειδή «κάτι φαίνεται λάθος», αλλά επειδή κάτι δεν εναρμονίζεται με την κείμενη νομοθεσία.
Εδώ ακριβώς φαίνεται και η διαφορά του κοινού: το κοινό που αξιοποιεί πολιτιστικά αγαθά είναι, σε μεγάλο βαθμό, θεσμικά ενημερωμένο. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι νομικός για να καταλάβει ότι άλλο είναι η υποκειμενική άποψη και άλλο η πιθανή παράβαση. Γνωρίζει ότι ο ρόλος του δεν είναι να επιβάλει προσωπικές προτιμήσεις, αλλά να ενεργοποιήσει έλεγχο όταν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις απόκλισης από κανόνες. Γι’ αυτό και δεν θα πάει κανείς να καταγγείλει ότι «ένα άγαλμα μπήκε σε αυτή την αίθουσα αντί για την άλλη» — διότι αυτό ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής επιμέλειας και της ευθύνης των εργαζομένων στο μουσείο. Η ωριμότητα αυτή δεν είναι τυχαία· καλλιεργείται από την ίδια τη θεσμική σαφήνεια: όταν οι κανόνες είναι καθαροί, το κοινό ξέρει και τα όριά του.
Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στην εκπαίδευση. Εκεί, συχνά δεν υπάρχει κωδικοποιημένο και λειτουργικό πλαίσιο που να ορίζει με σαφήνεια τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται. Η ασάφεια μετατρέπεται σε κανονικότητα και η κανονικότητα σε φόβο. Ο πολίτης ή ο εργαζόμενος δεν ξέρει αν αυτό που βιώνει είναι θεσμική παραβίαση ή απλώς «έτσι λειτουργεί το σύστημα». Επιπλέον, το κοινό της εκπαίδευσης δεν είναι, κατά κανόνα, ενημερωμένο για το ισχύον θεσμικό πλαίσιο — ούτε ενθαρρύνεται να το γνωρίσει. Έτσι δεν καλλιεργείται η υπεύθυνη στάθμιση («αυτό παραβιάζει κανόνα / αυτό είναι απλώς διοικητική επιλογή»), αλλά η αβεβαιότητα, η σιωπή και η αποφυγή.
Η διαφορά, λοιπόν, δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά διαφορά παιδείας. Στον πολιτισμό, η καταγγελία είναι πράξη ευθύνης μέσα σε σαφές πλαίσιο, από κοινό που γνωρίζει τον ρόλο του και τα όριά του. Στην εκπαίδευση, η απουσία σαφήνειας και ενημέρωσης αφήνει χώρο στην αυθαιρεσία και μετατρέπει ακόμη και την αναζήτηση δικαίου σε προσωπικό ρίσκο. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα: όχι αν υπάρχουν νόμοι, αλλά αν υπάρχει θεσμική σαφήνεια και θεσμική παιδεία — ώστε να λειτουργεί η κοινωνία με ωριμότητα, όχι με φόβο.
