Παρατηρήσεις πάνω στη νοοτροπία των μισθών και την οικονομική ανωριμότητα
Παρατηρώντας τις δημόσιες συζητήσεις γύρω από τις αυξήσεις μισθών που ανακοινώνονται γίνεται φανερό –για ακόμη μία φορά– ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των μισθών, αλλά η νοοτροπία με την οποία τους αντιλαμβανόμαστε.
Ζούμε σε μια κοινωνία όπου πολλοί άνθρωποι θεωρούν κρίσιμο να έχουν την ίδια τράπεζα με τον άλλον για να μη χάσουν 1,5 ευρώ προμήθεια, αλλά ταυτόχρονα δεν θεωρούν σημαντικό το να αυξηθεί το μηνιαίο τους εισόδημα κατά 20, 30, 40 ή 50 ευρώ.
Και ακόμη χειρότερα:
– όταν τα χρήματα δίνονται, χαρακτηρίζονται «λίγα»
– όταν τα χρήματα αφαιρούνται, χαρακτηρίζονται «πολλά»
Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι οικονομική. Είναι γνωστική.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται διαρκώς:
είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θα ξοδέψουν χωρίς δεύτερη σκέψη,
που δεν κάνουν ποτέ απολογισμό,
που δεν έχουν σχέδιο,
και που –ακόμη κι αν είχαν τριπλάσιο ή τετραπλάσιο μισθό– θα συνέχιζαν να νιώθουν έλλειψη.
Γιατί η έλλειψη δεν βρίσκεται στο ποσό.
Βρίσκεται στον τρόπο σκέψης.
Το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται με συνθήματα, ούτε με θυμό.
Λύνεται μόνο με οικονομική παιδεία και βασική γνώση οικονομικής διαχείρισης:
να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει καθαρό εισόδημα,
τι σημαίνει σωρευτικό όφελος,
τι σημαίνει μικρή αλλά σταθερή αύξηση,
τι σημαίνει επιλογή.
Και εδώ χρειάζεται απόλυτη σαφήνεια:
το παρόν άρθρο δεν υπονοεί σε καμία περίπτωση ότι οι μισθοί πρέπει να είναι χαμηλοί.
Το αντίθετο.
Οι μισθοί οφείλουν να είναι αξιοπρεπείς, επαρκείς και να επιτρέπουν ζωή με ποιότητα.
Αυτό που τίθεται υπό κρίση είναι ο τρόπος αντίληψης,
η κουλτούρα του «ποτέ δεν φτάνουν»,
η αδυναμία σύνδεσης της ατομικής συμπεριφοράς με το οικονομικό αποτέλεσμα,
και η απουσία συνείδησης ότι κάθε αύξηση είναι επιλογή που χτίζει ή ακυρώνεται από τη διαχείριση.
Χωρίς οικονομική παιδεία, καμία αύξηση δεν αρκεί.
Με οικονομική παιδεία, ακόμη και η μικρή αύξηση αποκτά νόημα.
Και αυτό είναι ζήτημα πολιτισμού.
Όχι αριθμών.
