Θυμάμαι… Ήταν Δεκέμβριος. Ο αέρας μύριζε χειμώνα κι ελπίδα μαζί, κι όμως πάνω από μένα απλώνονταν βαριά σύννεφα. Ο γιος μου, ο Ευαγόρας, το παιδί που έτρεχε στα σοκάκια μου με το βλέμμα γεμάτο όνειρα, συνελήφθη ξανά. Αυτή τη φορά, όχι για μια διαδήλωση, μα για τα όπλα που κρατούσε στην ψυχή του περισσότερο παρά στα χέρια του.
Τον πήγαν σε δίκη. Κι εκεί, μπροστά στους ξένους δικαστές, στάθηκε λεβέντης. Δεν ζήτησε έλεος, δεν έπλασε δικαιολογίες. Μονάχα είπε:
«Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.»
Εγώ, η Πάφος, άκουσα τα λόγια του σαν μαχαίρι και σαν προσευχή. Ήξερα πια ότι το παλληκάρι μου θα βαδίσει το δρόμο της θυσίας.
Ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών όταν τον κρέμασαν. Ο νεότερος, κι ο τελευταίος. Μα λίγες ώρες πριν, έγραψε με το χέρι του το πιο δυνατό τραγούδι:
«Δεν λυπάμαι για τίποτα… Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.»
Από τότε, τον κρατώ στο στήθος μου, στο σήμα της ομάδας μου, στις μνήμες και στα παιδιά που μεγαλώνουν στα χώματά μου. Ο Ευαγόρας δεν έφυγε. Ζει σε κάθε ψίθυρο του ανέμου, σε κάθε χτύπο της καρδιάς μου.
Εγώ είμαι η Πάφος. Κι εκείνος είναι το αιώνιο παλληκάρι μου.