Τελευταία Νέα

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Τα τραγούδια του Μαΐου





Για την Πρωτομαγιά ( Ιστορία - Φύση) 

Ἐπιτάφιος 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης


Και με το δάχτυλο απλωτό μού τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τα αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.

Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)

Νικος Γκάτσος - Αμοργός 

Ήταν του Μάη το πρόσωπο
του φεγγαριού η ασπράδα
ένα περπάτημα ελαφρύ
σαν σκίρτημα του κάμπου

Κι αν θα διψάσεις για νερό
θα στίψουμε ένα σύννεφο
κι αν θα πεινάσεις για ψωμί
θα σφάξουμε ένα αηδόνι
( απόσπασμα )

Κώστας Βάρναλης - Πρωτομαγιά 1943
Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλοσύνη)
που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές , οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν , δυο , ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια .

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα ,
μον ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι .
Και πρώτος άρχος του χορού , δυο μπόγια πάνω απ’όλους ,
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος 


Κική Δημουλά - B’ προβολής

“…………………………..

Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.
Ένα δάσος εκφωνεί τον πανηγυρικό
κίνδυνο της πυκνότητας. Παπαρούνες
ντυμένες το παραδοσιακό τους
δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.
Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:
τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
με την πάροδο των λέξεων;

Βροχή στα βόρειά μου του Μαϊου.
Τα φύλλα των δέντρων
κανιβαλικά χοροπηδούν πάνω στον ήχο.
Ανακινείται δυνατά το σφραγισμένο χώμα
πετάγεται με πάταγο ο φελλός του στεγνού
πίδακες νωπότητας καταβρέχουν
την ντροπαλή αρχή των αρωμάτων.
Χλόη δοκιμάζει τα φτερά της
στους χαμηλούς του χαρακτήρα της ανέμους.
Παίζουν κρυφτό τα βόρειά μου
με τα μικρότερά τους χαμομήλια
και η ψυχή κυνηγητό με λάθη
πάντα μεγαλύτερά της- η αιωνία
άνοιξη του αταίριαστου.

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.
Και τι θα πει Μάιος σιγά σιγά
Με την πάροδο των λέξεων
και ποιος με έφερε εδώ σ’ αυτήν
την τόσο απομακρυσμένη ερώτηση
απ’ το σώμα μου και τώρα πώς
– θέλω τη μάνα μου θέλω τη μάνα μου
να με κουμπώσει στην αρχή μου.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

Αρης Αλεξάνδρου - Πρωτομαγιά
Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο.
Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν' ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ' τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.
Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946)


Shakespeare- Sonnet XVIII (1609)
Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή;
Εσύ υπερέχεις σε απαλότητα και χάρη·
λυγίζει αέρας τα τριαντάφυλλα του Μάη
και δεν κρατούν τα καλοκαίρια μας πολύ.

Άλλοτε καίει πολύ των ουρανών η φλόγα,
θαμπώνεται άλλοτε η ολόχρυσή τους όψη·
τ’ όμορφο κάποτε χάνει την ομορφιά του
απ’ την πορεία της φύσης είτε από την τύχη.

Μα το δικό σου αιώνιο θέρος δε θα σβήσει,
της ομορφιάς την κατοχή δε θα τη χάσεις,
κι ο Χάρος δεν θα καυχηθεί πως μπήκες στη σκιά του·
θα λάμπεις πάντα εσύ μέσα σ’ αιώνιους στίχους!

Όσο θα βλέπουν μάτια κι άνθρωποι αναπνέουν,
οι στίχοι αυτοί θα ζουν κι εσύ θα ζεις μαζί τους.


Γ 
Σκαρίμπας  - Το βαπόρι
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.

Διονύσιος Σολωμός

“Του Μαϊου ροδοφαίνεται η μέρα
που ωραιότερη φύση ξυπνάει
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, αχτίδες, νερά.
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναi, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.”


Στέλιος Σπεράντζας - ΔΕΞΟΥ ΜΑΗ
Η Άνοιξη, δροσιές γεμάτη
καρτερεί μεσοκαμπής
στ’ ανθισμένο της παλάτι
Μάη μου για να μπεις.
Δέξου φούχτες τα λουλούδια
απ’ την πλούσια ποδιά
δέξου Μάη γλυκά τραγούδια
κι από τα παιδιά.
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος ( Πέτρος Βασιλικός )   ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Έλα στο κεφάλι το ξανθό
Να σου βάλω τ' όμορφο στεφάνι
Που για σε όλη νύχτα το' χω κάνει,
Να στολίσω μ' άνθια τον ανθό.

Ιδέ το! τι ωραία που θα πάει
Του ξανθόχλωμού σου κεφαλιού!
Από τα υστερνά είναι του Απριλιού
Κι απ' τα πρώτα λούλουδα του Μάη.

Κι έτσι με τα ρόδα στα μαλλιά
Κι έτσι στα ολόλευκα ντυμένη,
Να θαρρώ πως σφίγγω αναστημένη
Την Πρωτομαγιά στην αγκαλιά!

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος  υπέγραφε συνήθως τα ποιήματα του με το ψευδώνυμο "Πέτρος Βασιλικός". Με το ψευδώνυμο αυτό υπογράφει και το παραπάνω ποίημα ) 
Ρένα Καρθαίου Ο ΜΑΗΣ 1.

Ένα πράσινο βιβλίο
γράφει ο Μάης για παιδιά.
Οι τελείες του είν’ κεράσια
και οι λέξεις του κλαδιά.
Και το αγέρι το μοιράζει
σε περβόλια και αυλές
και οι εικόνες τρεμουλιάζουν
στις σελίδες τις χρυσές.
Ένα πράσινο βιβλίο
-άνθη, φύλλα κι ευωδιά-
γράφει ο Μάης, ξαναγράφει
για παιδιά.


Ρένα Καρθαίου Ο ΜΑΗΣ 2

Σ’ ένα στέφανο του Μάη
Όλη η άνοιξη χωράει.
Κύκλους, κύκλους τα λουλούδια,
οι χοροί και τα τραγούδια.
στα χρυσά του ήλιου καφάσια
ωριμάζουν τα κεράσια.
Πέρα ως πέρα φως απλώνει
γλάστρα ανθίζει στο μπαλκόνι.
Είναι ο Μάης δίχως ταίρι
ένα ολάνθιστο παρτέρι.
Σ’ ένα στέφανο του Μάη
Όλη η άνοιξη χωράει.

Κ Παλαμάς ΜΑΪΟΣ
Ο Απρίλης ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,
Ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλης πεθαίνει.
Και ο Μάης απάνω του γέρνει,
Χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,
Και του φρόνιμου Απρίλη τα μάτια σφαλά,
Και τα πλούτη του παίρνει.

Ο Απρίλης σωρούς θησαυρούς και καλούδια,
Τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια
Στα παλάτια τα πράσιν' αφήνει!
Κι απ' την πρώτη στιγμή κι απ' την πρώτη βραδιά
Να ο Μάης, αλύπητα, δίχως καρδιά
Τα ξοδεύει, τα χύνει.

Με τ' αηδόνια καλεί τη χαρά και τη χάρη.
Όπου νιότη, παιδί, λυγερή, παλικάρι,
Όπου φτώχεια, όπου πλούτος γελάει,
Του γλυκού μηνυτή καταφτάν' η λαλιά.
Η ζωή με ολάνοιχτη τρέχει αγκαλιά
Στο τραπέζι του Μάη.

Της αυγούλας το φως πολυέλαιο έχουν,
Τραγουδούν κι αγαπούν και θερίζουν και τρέχουν.
Στ' αποφάγια σαν πρόβαλε η μέρα,
Φεύγ' η νιότη χορτάτη και φεύγ' η ζωή,
Στις αγάπες η χάρη, η χαρά στη βοή,
Το παιδί στη μητέρα.

- "Το στεφάνι που βλέπεις, αυτό το στεφάνι,
απ' τα πλούτη του Μάη εγώ το 'χω κάνει,
Μητερούλα, με λούλουδα χίλια.
Ταπεινά κι ακριβά, είναι μια χαρά.
Πώς ταιριάζουνε, κοίτα, ζαμπάκια λαμπρά
Με φτωχά χαμομήλια.


"Όλα τ' άνθη, μητέρα, δεν είν' αδελφάκια;
Σε γαστρούλες και κήπους, αγρούς και ρυάκια,
Μια δροσιά, και μικρά και μεγάλα;
Να πονώ τα φτωχά δε μου είπες εσύ;
Όλα τα 'θελα, τ' άλλ' απ' αγάπη χρυσή,
Από έλεος τ' άλλα!

"Ποιο παιδί σαν εμέ τέτοια έχει μανούλα;
τίνος άλλου ανθοί έχουν τέτοια δροσούλα;
Τέτοια χάρη και μύρο και χρώμα;
Στου σπιτιού μας την πόρτα θ' ανθεί κρεμαστό
Ως την άλλη χρονιά που θ' αλλάξω κι αυτό
Με καλύτερο ακόμα".

- "Ω, παιδί μ', ο Θεός ένα άλλο στεφάνι
Στη μεγάλη μικρή σου καρδιά έχει βάνει
Από άλλου Μαγιού ωραιότητα.
Μοσχομύριστο πάντα κι ολόλευκο ανθεί,
Μα σαν γείρει ξερό δεν μπορεί ν' αλλαχθεί.
Και το λεν αθωότητα".

Κωστής Παλαμάς, [Μπήκε ο Μάης] 

“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε
με την Πρωτομαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,
στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,
μεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.
Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει
το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της την άλλη,
σε μια τριγύρω νερομάννα,
γιορτή παράξενη μεγάλη
το χρόνο μια φορά,
στο έμπα του Μάη του μήνα,
στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”
(Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας»
από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)



Ιωάννης Πολέμης - ΚΑΙ ΠΑΛΙ
Και πάλι, να, ο Μάιος για νάλθει ξεκινά
Και διασκελίζει θάλασσες και κάμπους και βουνά.
Κρατεί ανθούς στα χέρια του και γύρω τους σκορπά
Κι όπου περάσει και διαβεί παντού μοσχομυρίζει.
Αχ, Μάη αν σ' αγάπησα κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Ρίξε δροσάτα λούλουδα και στόλισε το χώμα
Που θα διαβεί η αγάπη μου - Δεν θέλω όπου πατήσει
Άλλο από ρόδα και μυρτιές το πόδι της ν' αγγίξει.


Ιωάννης Πολέμης  - ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Λουλούδια ας διαλέξουμε
και ρόδα και κρίνα
κι ελάτε να πλέξουμε
στεφάνια με κείνα,
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.

Τ’ αηδόνια συμφώνησαν
της γης τ’ αγγελούδια
και βρήκαν και τόνισαν
καινούρια τραγούδια
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.

Η θάλασσα γίνεται
καθρέφτης και πάλι,
το κύμα της χύνεται
κι ο φλοίσβος τον ψάλλει,
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.

Χορεύει το πρόβατο
τ’ αρνάκι βελάζει
κι απ’ τον αγκαθόβατο
δροσούλα σταλάζει,
στο Μάη που σήμερα
προβάλλει στη γη.

Γιάννης Ρίτσος - Η εορτή των ανθέων

“……………………………………….

Κ’ οι προετοιμασίες της γιορτής συνεχίζονταν
με λιγότερες τώρα συζητήσεις, με περισσότερη σιωπή και στόχαση,
ίσως και με λιγότερη ευθυμία- αισθητά λιγότερη.
«Ας είμαστε έτοιμοι» έλεγαν μονάχα.
Όμως κάτω απ’ αυτή τη θετική σιωπή και σοβαρότητα, μάντευες
πως στη γιορτή θα ξεσπούσε πολλαπλάσια η ευθυμία.
Κι όχι μόνο το μάντευες, μα το ‘βλεπες κιόλας στα μάτια τους
ιδίως το λιόγερμα. Όταν οι εργάτες σχόλαγαν απ’ τη δουλειά τους,
τα μάτια τους σπιθίζαν/ μυστικά και βαθιά,
μα όχι, γι αυτό λιγότερο φλόγινα/ όπως την ώρα της δύσης
τα τζάμια της συνοικίας, όταν τα βλέπεις απ’ τον κάτω δρόμο,
μενεξελιά, χρυσά και βυσινιά, και πάνω απ’ όλα ρόδινα,
ρόδινα, τόσο ρόδινα μ’ ένα άλλο ρόδινο
σα να φωτίζονταν τα τζάμια από μέσα
σα να φωτίζονταν οι άνθρωποι από μέσα
σα να γδυνόταν η άνοιξη μέσα στα σπίτια
κι απ’ όξω εσύ, να ‘βλεπες πίσω από το τζάμι
ρόδινο, βαθυρόδινο πότε το στήθος της
πότε το χέρι της, τα γόνατά της, την κοιλιά της.
Ο καιρός, όλο ξαστέρωνε. Βρισκόμασταν
στα μέσα του Μάη του ’57 ή ’67 (δεν καλοθυμάμαι)
κ’ η ανθισμένη συνοικία, και πιο κάτω
η πολιτεία ολάκερη, και πιο κάτω
η θάλασσα του Φαλήρου, και πιο πέρα
η Σαλαμίνα κ’ η Αίγινα, κι όλο πιο πέρα
όλα φεγγοβολούσαν στη λιακάδα
κ’ οι αιώνες κ’ οι κολυμβητές κ’ οι γλάροι
αλλάζανε θέσεις και φώτα, ανταλλάζανε
χειρονομίες και συνήθειες, παίζανε,
και με μια μόνο βουτιά, με μιαν ανάσα,
περνούσαν πάνω ή κάτω απ’ τα νησιά. Κι όλα τούτα
στα τέλη του Μάη του ’57 ή ’67. Σκεφτείτε παραπέρα –
Κι ο Πέτρος έπιασε απ’ το μπράτσο το Βασίλη και προχώρησαν
ενώ ο ζευγαρωμένος ίσκιος τους στην άσφαλτο
ήταν κιόλας ένα τετράτροχο άρμα της γιορτής-
αν όχι εκείνο της Αιώνιας Νεότητας
τουλάχιστο της Φιλίας και της Ενότητας,- το ίδιο κάνει.
Γιατί, όπως έλεγε πάλι ο Βασίλης, κοιτάζοντας τον Πέτρο:
«η φιλία είναι η αιώνια νεότητα
κι αν είναι πάντα νέος ο ήλιος, αυτό γίνεται
γιατί είναι φίλος μας, ο ήλιος πιο λαμπρός
πάνω απ’ τη συνοικία, την πολιτεία, τον κόσμο
όσο τη μέρα εκείνη του ’57 ή ’67, στις 28 του Μάη.
Σκεφτείτε παραπέρα -”

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, εκδ. Κέδρος)
Οδυσσέας Ελύτης  - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ
“Η Πρωτομαγιά
Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες
Θα ‘λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.”
(Ο. Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη, Ίκαρος)
Ο Ελύτης - ΚΟΚΚΙΝΟ 

“…Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας
Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς
Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου
Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.”
«Παραλλαγές σε μιαν αχτίδα» (Ήλιος ο πρώτος)
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις


Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.


 

Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Μουσική: Ορφέας Περίδης


Μάιος 
Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα που ανοίγουν οι ουρανοί
λένε ένα φως που βλέπουνε οι άνθρωποι οι αγνοί

Στο φως που αναλήβεται ψηλά στον ουρανό
τ’ αγνά τους μάτια βλέπουνε τον ίδιο τον Χριστό

Στον χρόνο που ξανάνοιωσε, στις ώρες τις καλές
βλέπουν γαριφαλόσκονη στις πόρτες, στις αυλές

Τα δέντρα αγκαλιάζουνε, φωτίζουν τις πλαγιές
στολίζουν τριαντάφυλλα, πηγάδια τις πηγές

Γίνονται κάμποι ολόχρυσοι, γίνονται το κρασί
γίνονται ασημόκουπα να λάμπεις μέσα εσύ

Ευτυχισμένη πέτρα, βγες απ’ το βαθύ γιαλό
να δω τα λουλουδάκια σου, να την ονειρευτώ

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Παντελής Θαλασσινός

Ο Μάης έχει μυστικά 
Ο Μάης έχει μυστικά κι ένα κλειδί κρυμμένο
που ανοίγει μάτια σκοτεινά και χείλι πικραμένο
έχει και άνεμο τρελό που κουβαλάει τη γύρη
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγει στο πανηγύρι
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγει στο πανηγύρι...

Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι
δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει...

Ο Μάης είναι μια φωτιά, μια φλόγα μαγεμένη
έχει τη μέρα αγκαλιά, τη νύχτα ερωμένη
έχει και ήλιο κυνηγό που ξέρει από σημάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι..

Δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει

είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει.

Πεντοζάλι 
Μες του Μαγιού τις μυρωδιές
τα κόκκινα κεράσια
για δέστε πως χορεύουνε
της Κρήτης τα κοράσια

Με περηφάνια αληθινή
σεμνά και τιμημένα
πως χόρευαν της Κρήτης μας
τα τέκνα τ' αντρειωμένα

Κύτταξε Κρήτη το χορό
που μάθαν τα παιδιά σου
που ξέραν οι προγόνοι σου
και χαίρεται η καρδιά σου

Κοίταξε χάρη κι ομορφιά
τιμή λεβεντοσύνη
όπου 'χει τούτος ο χορός
και τι χαρές αφήνει

Κύτταξε και διαλάλησε
σ' όλους της γης τους τόπους
τέτοιους χορούς να μάθουνε
με τιμημένους τρόπους

Βλέπετε τούτο το χορό
που πάει ζάλο ζάλο
τον ίδιο θα χορέψουμε
στην Πόλη δίχως άλλο

Οι εθνικοί μας οι χοροί
έχουν περίσσια χάρη
δίνουν τιμή και και λεβεντιά
στ' όμορφο παλληκάρι

Όπου υπάρχουν Έλληνες
τα ξένα γράψετε τα
και τα δικά μας έθιμα
δέτε και μάθετε τα



Από το αντάρτικο λημέρι του Πάνου Τζαβέλα
Στιχοι/Μουσική:Αντάρτικο

Κι αν ήρθε νύχτα παγερή
θα ξημερώσει χαραυγή
μη σας τρομάζει η παγωνιά
λαλάτε τη Λευτεριά

Μάη, Μάη, χρυσομάη, τί μας άργησες -
Μάημ- και δε φάνηκες;
Να μας φέρεις τα Λουλούδια και την Άνοιξη
σήκω λούσου κι άλλαξε

Τα νιάτα θέλουνε χαρά
την καταχτούν τη Λευτεριά
μ' αγώνες, δάκρυα κι αίματα
κι όχι με λόγια ή ψέμματα

Την πείρα κλέψτε απ' τη Ζωή
κι από τους θεούς την Αστραπή
και κάψτε τ' άδικο στη Γη

να γίνουμ' όλοι αδερφοί

Για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ( 29 Μαΐου 1453)
Πάρθεν η Ρωμανία (Δημοτικό απόσπασμα)


Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην°
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου)


Πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Blogger Tips and TricksLatest Tips And TricksBlogger Tricks

Δίκτυα Εκπαιδευτικής Υποστήριξης