Τελευταία Νέα

Ο πατέρας στη λογοτεχνία




Επιμέλεια Λογγίνου Δήμητρα

Δημήτρης Κάββουρας
" Το Συρτάρι"

“Ο χρόνος τα αλλάζει όλα, εκτός από κάτι μέσα μας που μένει έκπληκτο από την αλλαγή” - Thomas Hardy

Κάθε πατρικό σπίτι έχει ένα συρτάρι με “μυστικά”. Ενα συρτάρι που ασκεί έντονη γοητεία στα μάτια ενός παιδιού, που φαντάζεται πως στο εσωτερικό του βρίσκονται κρυμμένα θαύματα, περίεργα αντικείμενα και άγνωστοι, ξεχασμένοι θησαυροί μιας άλλης εποχής. Κι όταν με την εξερεύνηση η παιδική περιέργεια ικανοποιείται, η έκπληξη έρχεται τελικά από κει που δεν το περιμένεις:


Ένα συρτάρι, που ο πατέρας κρατούσε πάντα κλειδωμένο, ξεχάστηκε μια μέρα ανοιχτό. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος· κυρίως γιατί ακόμα κι ο πατέρας σπάνια άνοιγε αυτό το συρτάρι και δεν μπορούσες να μαντέψεις τι γύρευε ή τι έβαζε εκεί μέσα. Αν και δεν είχα άλλο στο νου μου από του να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, άνοιξα με φόβο ενόχου εκείνο το συρτάρι. Να λοιπόν· τίποτα, κατά την εκτίμησή μου εκείνης της στιγμής, δεν υπήρχε που άξιζε τον κόπο. Χαρτιά και μόνο χαρτιά. Τα χαρτιά, σαν αντικείμενο, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να δώσει κανείς σημασία. Σ΄ ό,τι κι αν αφορούσαν. Για μένα σημασία είχε το αντικείμενο καθ΄εαυτό. Το είδος. Ωστόσο εγώ έπραξα το καθήκον μου κι ερεύνησα το περιεχόμενο του συρταριού. Σκαλίζοντας, ξετρύπωσα ανάμεσα από τα χαρτιά μια φωτογραφία, που μου αποκάλυπτε κάτι εντελώς άγνωστο: ο πατέρας είχε κάποτε την ίδια ηλικία μ΄εμένα.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
Ο πατέρας

Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ' τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του

Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω απ' την κληματαριά τής αυλής

Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ' ατσαλένια μπράτσα του
Δε φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δε φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θάνατό του:
Περνούσε με το τρένο του
Σφυρίζοντας
Μες απ' τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες

Και τις νικούσε

Δημοτικό
Πατέρα που με ανέθρεψες

Πατέρα που με ανέθρεψες
σαν κλήμα στην αυλή σου .
Σήμερα στεφανώνομαι
και δως μου την ευχή σου.
Την ευχή μου να χεις παιδάκι μου,
να ζήσεις να προκόψεις.

Μελισσάνθη
Στὴ μνήμη τοῦ πατέρα μου

Ὅταν κοιτὰζω τὰ παιδάκια κάθε μὲρα
στοὺς δρόμους, τὸ πρωί, μὲ τοῦ σχολείου τὴν τσάντα
φτωχοντυμὲνη μιὰ μικροῦλα βλέπω πάντα,
μὲ τὴν παλιά της σάκκα, δίπλα στὸν πατέρα.

Ἀπ’ τὸ χεράκι μὲ στοργή τηνε κρατάει –
τὸσο κ’ οἱ δυό εἰναι εὐτυχισμένοι, καθὼς πᾶνε…
Μὲ πόση ἀθώα σοβαρότητα μιλᾶνε!
Τὸ κοριτσάκι ὁλοένα τὸν ρωτὰει,

καὶ κεῖνος, σοβαρά, τῆς λέει, τῆς διηγᾶται…
(Πόσο σοφός εἴν’ ὁ πατέρας! Πόσα ξέρει!
Πόσην ἀσφάλεια νιώθει στὸ μεγάλο χέρι!
Τίποτε, ἄν τὸ κρατῇ, στὸν κόσμο δέ φοβᾶται!..)

Ξάφνου, τοῦ λέει ἐκεῖνο: « – Σάν θὰ μεγαλώσω…»
« – Τὸτε ἐγὼ πιά ἕνας φτωχός γερᾶκος θἄμαι…
Δέ θὰ μπορῶ στὰ χέρια μου νὰ σὲ σηκώσω,
καὶ θὰ μοῦ λές: ἀκούμπα πάνω μου νὰ πᾶμε…

Σὰν θἄρχωνται γιὰ νὰ σὲ παίρνουν ἔξω οἱ ξένοι,
μόνος στὴ σκοτεινὴ γωνίτσα μου θὰ μὲνω…»
« – Ἐγώ στὴν ἅμαξά μου πάντα θὰ σὲ παίρνω!»
λέει, ἕτοιμη ἡ μικρὴ νὰ κλάψη, κ’ ἐπιμὲνει…

Νιώθει μιὰ τέτοια ἀνυπομονησία, σκάει,
θέλει μεγάλη, τώρα, γρήγορα νὰ γίνῃ,
ἄςνεἰναι δυνατόν τὴν ὥρα ἀμέσως κείνη,
γιὰ νὰ τοῦ δείξη πόσο θὰ τὸν ἀγαπάῃ!..

Κι ὅπως θερμά τὸν σφίγγῃ τὸ λιγνό χεράκι
ὁ κουρασμὲνος νιώθει τόση ἐμπιστοσύνη!..
(Ἔγινε ἐκεῖνος τώρα τὸ μικρό παιδάκι,
και ὁ προστατευτικός πατέρας εἶναι ἐκείνη…)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δίκτυα Εκπαιδευτικής Υποστήριξης